Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Abbreviations of a phantom love

             I

The penetrating pondering of one's existence.
Exasperated thoughts cut deep in the mind.
Scars in places no one can see.
Breathing the sharp air of self-destruction.
Hallucinating about real happiness.
The day is gone, the lesson taught.
Concealed dark future has been waiting.
Insidious grief;
Tomorrow, vanished into oblivion.
Ethereal madness.
Exquisite pain of fragile dreams getting broken.
The celebrated fest of sorrow.


            ♊

A sadist amour is by my side.
True love dissolves into hatred.
Abstract memories of a twisted romance.
Breathing and touching and feeling...
Thrusting and clasping and screaming...
An unstoppable nexus no one could break.
Once upon a time.
Once upon a time...
The happy ending got lost.
There lies the undeniable emptiness;
Still, resolute, eternal.
Timeless dark fantasies
-torn into pieces.
The never ending void between life and everything beyond...
No one. Nothing.
Silence...
The end.
Exclamation point.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

Αγαπώ το ξενύχτι, το ποτό και το τσιγάρο. Τις μικρές δόσεις θανάτου που μου υπενθυμίζουν ότι είμαι ακόμη ζωντανή. Αγαπώ το τίποτα, γιατί με βοηθά να αισθάνομαι "κάτι". Υπάρχω ή όχι; Ζω ή πέθανα; Κατά βάθος το ξέρω, οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα μου. Θέλω, όμως, στ' αλήθεια να τις βρω;

Αγαπώ τα πανσέληνα βράδια, μα πιο πολύ αγαπώ τα άδεια φεγγάρια, γιατί μου θυμίζουν εμένα. Σαν απογοητευμένα "Σ' αγαπώ" που έμειναν μισά και υψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα να μας θυμίζουν την έλλειψη τους.

Θέλω να κατηγορήσω κάποιον για τη δική μου κατάντια, για το δικό μου απύθμενο κενό· δεν φταίει, ωστόσο, κανείς γι' αυτό που νιώθουμε μέσα μας. Κι όσοι μας αγαπούν στ' αλήθεια θα πρέπει να μας αγαπούν γι' αυτό που πραγματικά είμαστε. Να μας αγαπούν με όλα μας τα κενά και για όλα μας τα μειονεκτήματα...

Ετοιμοθάνατες νότες

Μαύρο νυφικό
και γκρίζο πέπλο.
Άλλος ένας έρωτας που έσβησε νωρίς.
Μουντά πορτραίτα νεκρής φύσης
στολίζουν το έρημο δωμάτιο.
Μόνη παρουσία οι παράταιρες νότες·
χορδές μιας ετοιμοθάνατης κιθάρας.
Το κύκνειο άσμα της έμελλε να είναι
η αυλαία.
Το ρέκβιεμ απατηλών ονείρων,
του ανυπεράσπιστου έρωτα,
αντηχεί παντού.
Στο αυλακωμένο ξύλο
στα ραγισμένα πλακάκια
στα σκορπισμένα κίτρινα φύλλα.
Ερήμωσε η πλάση μαζί με τις καρδιές·
το μοιρολόι του απελπισμένου έρωτα δεν ακούγεται πια...

Μαύρα Μεσάνυκτα

Μια φωνή ακούστηκε στο βάθος...
Εκεί,
στο τέλος του κόσμου.

Το τελευταίο φως
σ' ένα σύμπαν που επικρατεί μονάχα σκοτάδι.
Εκεί που τα χρώματα σβήνουν,
κι έτσι, μουντά,
δεν θέλει να τα βλέπει κανένας.
Οι ήχοι σιώπησαν ξαφνικά
κι αντιλαλεί παντού η μουσική της σιγής.


Χρόνια χαμένα
κι όσα δεν έζησες
σε αντικρίζουν περιπαικτικά πριν εξαφανιστούν·
δεν θα γυρίσουν ξανά.

Διωγμένοι, κατατρεγμένοι,
από κάθε Παράδεισο,
από κάθε ευτυχία,
άνθρωποι μόνοι.


Νόμιζα ήταν η Κολαση.
Τελικά ήταν μονάχα το Καθαρτήριο...

Παραδεισένια Ναυάγια

Μεγαλώνουμε μόνοι.
Όσοι άνθρωποι κι αν μας περιστοιχίζουν,
η μοναξιά γίνεται η ταυτότητα μας.
Μέσα στο πλήθος διακρίνεις καραβοτσακισμένες ψυχές,
βυθισμένες ελπίδες, συντρίμμια αθωότητας.
Άγνωστες ιστορίες
συνθέτουν ένα σκοτεινό κολλάζ,
ένα ρέκβιεμ για μοναχικές καρδιές.

Άκουσε το τραγούδι, είναι η μελωδία του πόνου σου.
Άνοιξε την καρδιά σου, αγκάλιασε τον και γίνετε ένα.
Όταν πάψεις να τον αρνείσαι θα σου μαρτυρήσει τα μυστικά του.
Μονάχα έτσι θα μεγαλώσεις·
προχωρώντας μόνη. 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΙΝΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΟΥ

Άλλο πια δεν έμεινε στη μνήμη μου,
μονάχα εκείνες οι ακτές.
Νύχτες πανσέληνες·

Τα κύματα ψιθύριζαν στα αυτιά μου
μια μελωδία μυστική, μεθυστική.
δική μου και δική τους.
Έτσι έμειναν στη μνήμη
-σαν συνωμοσία της φύσης, μαγική.


                   ***

Κανείς δεν μιλάει πλέον για εκείνον τον απαλό παφλασμό.
Οι ζωές τους φαντάζουν πολύ σημαντικές
για να αναλώνονται σε αρχαίες μαγείες της φύσης.
Κανείς δεν ακούει πια το τραγούδι της.
Κανείς δεν υμνεί το μεγαλείο της.
Κανένας δεν μιλάει πια για μακρινές ακτές...


                   ***

Σαν όνειρο,
σαν οπτασία,
σχηματίζεται η μορφή σου ακόμη στον αφρό.
Ο ρομαντικός χορός του νερού και της άμμου
μιλά για σένα, μόνο για σένα.
Κι ένα "γιατί;" πλανάται στον αέρα.

Τα ψαροπούλια σε ψάχνουν
και φάλτσα για σένα τραγουδούν
μα εσύ δεν εφάνης ποτέ.
Και τούτες οι ακτές έχουνε γίνει για σένα
χώρες ξένες, μακρινές.

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα·
με νύχτες πανσέληνες, στίχους και κύματα...

Το κυνήγι του πόνου

Ένας κρότος και μετά σιωπή·
χάθηκε ο κόσμος μέσα στη δίνη του χρόνου.
Τα παλιά, που ακόμη ποθώ,
μοιάζουν σαν να μη συντελέστηκαν ποτέ
-μια φενάκη σε κόσμο απατηλό.

Σαν σκουριασμένη λεπίδα
με σκίζει ο πόνος στα δύο·
αργά, επίμονα, βασανιστικά.

Τι ζητώ και πού ανήκω;
Ποιο ουράνιο τόξο έχω για οδηγό;
Ο ουρανός σκοτείνιασε, πυξίδα καμιά, μόνο βαδίζω στο άγνωστο.

Αναζητώ το ψέμα ή την αλήθεια;
Ίαση ή αρρώστια;
Στα άδεια μπουκάλια διαγράφεται η επόμενη μέρα,
μια στιγμή θανατηφόρας διαύγειας μες τη θολούρα.

Πύρινη πένα
για μένα κυλά στο χαρτί.
Πονώ και λυτρώνομαι συνάμα.

Μια κάθαρση που δεν ήρθε ποτέ
-δηλητήριο ξανά κυλάει στις φλέβες.
Μέχρι να νιώσω εκείνο που ψάχνω,
μέχρι ευτυχία και πόνος να γίνουν ένα,
μέχρι το τέλος του κόσμου.

Κυνηγώντας τα απίθανα,
έχασα τα απλά.
Κυνηγώντας τις Χίμαιρες,
ξέφυγαν τα θηρία της ζούγκλας...

Τέχνης Τραγούδια

          Ι

Πάντα εγώ ο καταραμένος ποιητής
κι εσύ το λευκό χαρτί που αμαυρώνεται.
Εγώ το σκοτάδι
κι εσύ ουράνιο φως.
Είσαι εσύ ο Παράδεισος
κι εγώ ο έκπτωτος άγγελος.
Πάντα εγώ ο κακός στο δικό μου παραμύθι.
Ο εαυτός μου, ο χειρότερος εχθρός μου
και ο μεγαλύτερος φόβος μου.

Είμαι εδώ -μ' ακούς;-
και γράφω ασταμάτητα.

Νύχτες αξημέρωτες, κρυμμένες πίσω από έναστρες περσίδες,
διαβάζουν σιωπηλά τους αφηρημένους μου στίχους
-ανομοιοκατάληκτους, ατελείς, βυθισμένους στην ταπείνωση.
Στίχοι σκυθρωποί και απόκοσμοι
γιατί μοιάζουν σε μένα.


         ΙΙ

Έτσι αγαπούν και πονούνε οι άνθρωποι.
Μοναχικές καρδιές,
απελπισμένες φιγούρες μες το πλήθος.
Είναι η θλίψη μόνιμος σύντροφος
και δεν γνωρίζουν γιατί.
Δεν έμαθαν ποτέ να μιλάνε με στίχους,
δεν συστήθηκαν ποτέ με το σκότος μέσα τους.

Μα εκείνο ποτέ δεν τους άφησε,
όσο κι αν αγνοούσαν την ύπαρξη του.
Σχημάτισε μίζερες μορφές,
ανθρώπους μοιρολάτρες
ημιμαθή άτομα που δεν ξέρουν να αγαπούν την ποίηση.

Δηλητηριώδεις συνειδήσεις, που περιφρονούν την τέχνη
και σκοτώνουν τη δημιουργικότητα.

Θλιβερές Ιστορίες

Μέσα από τη βροχή αναδύεται εκείνη·
μια μορφή λαβωμένης γυναίκας.
Σαν να βαδίζει αόρατη,
κανείς δεν την είδε,
κανείς δεν την ξέρει.

Βαδίζει αμίλητη,
σκυθρωπή,
μια μελαγχολική φιγούρα στο πλήθος.
Τι ψάχνει άραγε;

Σκόρπιες εικόνες περνούν απ' το μυαλό της,
στο βάθος πάντοτε εκείνος.
Ο τέλειος άγνωστος
-τον ερωτεύτηκε αιφνιδίως.
Σαν κοριτσάκι δεκαέξι χρόνων
που γνώρισε τον κεραυνοβόλο έρωτα.

Συνεχίζει να προχωρά πληγωμένη,
φορώντας ένα γυάλινο προσωπείο
-έτοιμο από στιγμή σε στιγμή να σπάσει.
Γιατί δεν την παρατηρεί κανείς;

Μια ιστορία κάποτε όμορφη
αρχειοθετήθηκε κι εκείνη στην κατηγορία της τραγωδίας.
Ο απογοητευμένος έρωτας καταχωνιάστηκε στο σκουριασμένο συρτάρι.
Τα άλλοτε ζωτικά συναισθήματα έγιναν θηλιά στο λαιμό
-και την έπνιξαν.

Σκοντάφτει και σωριάζεται στο μονοπάτι.
Μονάχη και αβοήθητη,
εκτεθειμένη στην ανελέητη μοίρα.
Ο κόσμος προσπερνά βιαστικός·
κανείς δεν έχει χρόνο για θλιβερές ιστορίες...

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Εσύ ο άγνωστος

Σε ποιους κήπους να κοιμάται άραγε
η ηρωική ψυχή σου;
Και ποια μελωδία τη νανουρίζει;


Στο μαγικό πέπλο της Μοίρας
υφασμένο από κύματα και νύχτα
κεντήθηκαν τα ταξίδια σου.
Με δάκρυα και πνιχτές κραυγές
σφυρηλατήθηκε το ξίφος της δόξας.
Άγγιξε το,
σε περιμένει τρανό πεπρωμένο.

Ακουστά σ' έχει η φύση·
το θρόισμα των φύλλων τραγουδάει για σένα
μέρα και νύχτα.
Τα σκυλιά, στο φεγγαρόφως, αλυχτούν για σένα.
Θρηνούν τις μέρες που πήρες το λάθος μονοπάτι.
Που άφησες τις δικές σου στιγμές
να σε προσπεράσουν.
Τα άστρα κοιτούν από ψηλά
περιμένουν τη μέρα που θα αγγίξεις το μεγαλείο
και σύσσωμο το ουράνιο στερέωμα θα σε υμνήσει
με μια πρωτόγνωρη λάμψη.


Θρηνώ τις νύχτες που πέρασαν
και τις μέρες που δεν θα έρθουν ποτέ ξανά.
Θρηνώ για σένα που μιζεριάζεις
στην καθημερινότητα σου.
Άλλος ένας ανώνυμος άνθρωπος μες το πλήθος.
Μια αθόρυβη ύπαρξη στους αιώνες.
Ένα ακόμη πεπρωμένο που έσβησε πριν λάμψει.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Ακριβή Κληρονομιά

Τι έχω, άραγε, να χαρίσω σε όποιον ανακαλύψει
-έστω τυχαία-
τα χειρόγραφα μου;
Θα είναι μια εμπειρία μαγική
ή ένα απλό ξεφύλλισμα;
Τι θα σκεφτεί όποιος διαβάσει τυχαία
τις απόκρυφες σκέψεις μου;
Είναι άραγε κάτι που θέλει να διαβάσει;
Θα'ναι αντάξιο εύρημα για έναν "κατά λάθος αναγνώστη";
Κι αν εν τέλει αγαπήσει τη σκοτεινή μου πρόζα
και τους φεγγαρογητεμένους μου στίχους
ποια θα 'ναι η επόμενη κίνηση;
Θα μοιραστεί με άλλους τα θραύσματα της καρδιάς μου
ή μήπως θα τα ξεχάσει στα επόμενα βήματα;
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ,
σαν να μη σήμαινε τίποτε εκείνη η στιγμή...
Θα μπορούσαν, άραγε, τα χειρόγραφα μου να γίνουν σχέση ζωής
ή είναι καταδικασμένα να βυθιστούν στη λήθη,
σαν μια ερωτική περιπέτεια που έχει οριστικά τελειώσει;

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Ψάχνοντας την ολοκλήρωση στους ανθρώπους,
 τη βρήκα εν τέλει στο χαρτί.
Ζούσα μια επίπλαστη ευτυχία,
ώσπου παραδέχτηκα ότι δεν άνηκα εκεί.

Έδιωξα εκείνους που δεν ταίριαζαν
στο θλιβερό κολλάζ μου.
Η ευτυχία τους με μόλυνε.
Το ψέμα της ύπαρξης, που ενστερνίστηκαν,
θέλησα να το βγάλω εκτός των δρύινων πυλών του μυαλού μου.
Βασιλιάς των νέων κόσμων το χέρι μου,
που ακόμη οδηγεί ψυχαναγκαστικά το νου μου στη συγγραφή...

Ένα πλάσμα σκοτεινό
-σαν την ψυχή του-
που ξέφυγε από κόσμους με Χίμαιρες και δράκους.
Από χώρες που δεν γνώρισε κανείς, ποτέ.
Όλοι μου είπαν ότι τους φαντάστηκα·
το έκανα τόσο δυνατά που πλέον υπάρχουν -στ' αλήθεια;-
μόνο για μένα.

Επέλεξα να βαδίσω κι εγώ στο μονοπάτι
με τα κίτρινα τούβλα.
Γνώρισα μάγισσες,
βασιλόπουλα,
κακοποιούς.
Αγάπησα ρεμάλια του δρόμου, απροσάρμοστους,
θλιβερές ιστορίες.
Τις ένιωσα μέσα μου, κι ήταν σαν να τις ζούσα χίλια χρόνια.
Κόλαση και Παράδεισος μαζί.

Κι αν δεν τα έζησα,
ήταν η φαντασία τόση, που -δεν μπορεί- θα έχουν γίνει πλέον αληθινά...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

Είναι στιγμές που νιώθω ότι ο χρόνος έχει παγώσει για μένα, ενώ οι ζωές των άλλων τρέχουν, τρέχουν ασταμάτητα. Κι εγώ εδώ, μόνη, στάσιμη. Κάποτε είχα γράψει ότι και το κενό είναι συναίσθημα. Ακόμη το πιστεύω. Ακόμη το νιώθω. Πώς περιγράφεις άραγε ένα συναίσθημα ανύπαρκτο;
Σημείο αναφοράς μου, ακόμη, οι νύχτες και το φεγγάρι. Συμμέτοχοι -ή συνένοχοι άραγε;- στις συγγραφικές μου απόπειρες, κοινωνοί των σκοτεινών μου συναισθημάτων, μόνοι μάρτυρες των όσων συντελούνται στην ψυχή και το χαρτί μου...
Γράφω, αλλά το γράφω; Τι είναι εκείνο που προκαλεί το χέρι να κυλήσει επάνω στο χαρτί, την καρδιά να νιώσει ξανά, τα μάτια να δακρύσουν;
Τις στιγμές εκείνες, που γίνομαι ένα με τον πόνο μου και σέρνομαι συναισθηματικά, κυλισμένη στην αυτολύπηση, που το κενό παίρνει τον έλεγχο της σακατεμένης μου ύπαρξης, τόσο, που γίνομαι εγώ η ίδια ένα κινούμενο κενό, τι είναι αλήθεια και τι ψέμα; Σταμάτησε ο χρόνος στ' αλήθεια ή μόνη μου βυθίζομαι στην κινούμενη άμμο; Κινούνται, άραγε, όσοι βρίσκονται γύρω μου ή βυθίζονται κι εκείνοι στο δικό τους τίποτα;
Τίποτα... Είναι ωραίο το τίποτα. Να μη νιώθεις, να μη σε αγγίζει η ζοφερή πραγματικότητα. Να στέκεις αεικίνητος σε μια κολοσσιαία στιγμή ακινησίας και να περιμένεις απλά το τέλος.
Ποιο τέλος;
Κανείς δεν ξέρει... Το τέλος του πόνου; Το τέλος του κόσμου; Το τέλος της αναμονής; Το τέλος της αντοχής; Το τέλος της ύπαρξης σου; Περιμένω να μάθω κι εγώ. Γράφοντας σελίδες για το δικό μου κενό. Μουδιάζοντας τον πόνο.
Λίγο ακόμη τίποτα παρακαλώ...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

03.07.2014
21:01

-Τι γράφεις;
-Δεν ξέρω. Μπορεί τίποτα, μπορεί και τα πάντα...


Δεν είμαι καλά.
Όχι ψυχολογικά, αυτά είναι παλιοί μου σύντροφοι εδώ και χρόνια. Σωματικό είναι το πρόβλημα. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά αυτή η σωματική εξαθλίωση πάντα κινούσε το χέρι μου να γράψει. Τι ακριβώς να γράψει ήταν πάντα ασαφές. Ίσως απλά να αρκεί να γράψει, ίσως αυτό να είναι το μόνο που θα με κάνει καλά. Σαν την ανάσα... Δεν έχει τόση σημασία το πώς θα ανασάνεις, όσο να το κάνεις.
Έχω βυθιστεί σε Nirvana. Λίγο η ζαλάδα, λίγο τα παυσίπονα, λογικό είναι. Όμως μέσα σε κάτι τέτοιες στιγμές, με θολωμένο νου, καταφέρνω να βρω τη μεγαλύτερη διαύγεια. Παράξενα τα μονοπάτια του μυαλού...
Κοιτώ το ερώτημα που έγραψα στην πρώτη γραμμή της άδειας σελίδας. Story of my life.. Πολύ συχνά με βλέπουν σε ανύποπτο χρόνο να καταθέτω ιδέες στο χαρτί και με ρωτούν τι γράφω. Ποια η απάντηση όμως; Ούτε κι εγώ ξέρω τι γράφω. Σκόρπιες ιδέες, σκόρπιες στιγμές..
Δεν μπορούν να καταλάβουν.
Δεν έμαθαν ποτέ να γράφουν για όσα πονάνε...

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Σκοτεινός Παράδεισος

Ο έρωτας και ο θάνατος
έγιναν ένα.
Η τρυφερή στιγμή χάθηκε·
για πάντα.
Ποτέ ξανά.
Κανείς.
Τίποτα δεν θα 'ταν ίδιο.
Το τέλος εκεί·
κοιτώντας επίμονα.
Το σκοτάδι καραδοκεί·
μετρώντας θύματα.
Ο Σκοτεινός Παράδεισος δεν έχει χώρο για δυο.
Εσύ, εσύ, εσύ.
Άλλος κανείς.
Ψέμα και αλήθεια
έγιναν ένα.
Τίποτα δεν έχει μείνει.
Κανείς δεν σε περιμένει πια.
Τώρα ή ποτέ...


*Ο μικρός κρότος έσκισε την υπέροχη σιγή στα δύο
και τα νυκτόβια πουλιά -μόνοι μάρτυρες του κακού-
σκορπίστηκαν άτακτα στον ουρανό. 
Τίποτε δεν ήταν ίδιο πια...*

Κονσέρτο για έναν

Ατελείωτα καλοκαίρια
οι μέρες του έρωτα.
Ερωτικοί ψίθυροι
ηχούν παντού.
Στον παφλασμό των κυμάτων.
Στο θρόισμα των φύλλων.
Στη βοή του ανέμου.
Στο βάθος, να το·
Το ερωτικό μυστικό
άπλωσε αρχαία μαγεία στην πλάση.
Εσύ.
Μόνο εσύ.
Παντού και πουθενά.
Σαν μελωδία.
Επίμονη.
Μεθυστική.
Κονσέρτο για έναν απόψε...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

14 Ιουνίου 2014
Ώρα 23:12

Μια ακόμη βαρετή ημέρα πλησίαζε στο τέλος της...
Ενώ καθόμουν μόνη, προσπαθώντας να σκοτώσω την τελευταία ώρα μέχρι την πολυπόθητη αναχώρησή μου απ' τη δουλειά, αποφάσισα να γεμίσω τη σιγή του άδειου γραφείου με τις μουσικές περιπέτειες της Lana Del Rey. Κι όπως έπαιζε αργά, απαλά, ίσως μελαγχολικά, το Blue Jeans άθελα μου συλλογίστηκα πως αν ποτέ ερωτευόμουν κάποιον με την πρώτη ματιά, μια αόρατη ορχήστρα θα εκτελούσε αυτό το τραγούδι μέσα στο μυαλό μου.
Τότε σήκωσα το βλέμμα. Εμπρός μπροστά μου, πάνω από τα φυτά που κοσμούσαν το σιδερένιο φράχτη, διαγραφόταν ολόγιομο το φεγγάρι. Και καθώς η ολόχρυση πανσέληνος -τόσο κοντά μα τόσο μακριά- έλουσε με το φως της τα μάτια μου, ενώ η μουσική εκείνη υπόκρουση του κεραυνοβόλου έρωτα χάιδευε τα αυτιά μου. Ερωτεύτηκα εκείνη τη στιγμή -σαν να 'ταν η πρώτη φορά. Ερωτεύτηκα ξανά το φεγγάρι και μ' ερωτεύτηκε κι εκείνο, λούζοντας με με λίγο παραπάνω φως. Έμοιαζε σαν να ανέβηκε λίγα εκατοστά πιο ψηλά στον ουρανό, μόνο και μόνο για να με κοιτάει κατάματα.
Στη μοναξιά εκείνης της πανσελήνου, η πρόζα του επόμενου τραγουδιού χαράχτηκε στην καρδιά μου "I was going to be the other woman. Who belonged to no one. Who belonged to everyone". Ίσως και να 'ναι έτσι. Τα πλάσματα της νύχτας να ανήκουν μόνο στο φεγγάρι...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Ποιητικό Έρεβος

Ψάχνοντας παρηγοριά στους στίχους
άθελα μου οδηγήθηκα στην ομοιοκαταληξία.
Ενώ μου έλειψε, δε μπόρεσα να τη μεταχειριστώ.
Έμοιαζε ξένη, ρούχο δανεικό.
Οι στίχοι μου είχαν χάσει τη χάρη τους.
Σκληροί και αδυσώπητοι -σαν εμένα.
Το κάλλος φαντάζει για εκείνους αταίριαστο.
Η σκοτεινή μου ψυχή
σαν σκιά αγκαλιάζει το κείμενο.
Το χέρι απλώς εκτελεί εντολές.
Ούτε φεγγάρι, ούτε μουσική.
Τίποτα δε μπορεί να μαλακώσει μια αποξενωμένη ψυχή.
Αυτή είναι η μετάβαση
στη μαύρη ποίηση
στον καταραμένο ποιητή.
Ο καταραμένος ποιητής έγινα εγώ...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Το τέλος του κόσμου

Κι αν οι μέρες τελειώσουν
και ο κόσμος οδεύει στην καταστροφή.
Αν οι εποχές χαθούν
και μείνει μία μονάχα, λειψή.
Τι άραγε θα μείνει στον κόσμο;
Όταν τα υλικά αγαθά εκλείψουν
οι άνθρωποι πού θα στραφούν;
Ίσως εγκαταλείψουν  τις απολαύσεις
για να αφιερωθούν στα θεία.
Ίσως στραφούν στο άπειρο
πολεμώντας να απαντήσουν άλυτα ερωτήματα.
Ίσως επιδοθούν σε ερωτικές περιπτύξεις
παραδομένοι στη λαγνεία
ξεχνώντας το τέλος και ζώντας τη στιγμή.
Εγώ τι θα έκανα;
Ποιο θα ήταν το καταφύγιο μου;
Τη δύσκολη στιγμή
θα επέλεγα το χαρτί ή τους ανθρώπους;
Θα μετάνιωνα, άραγε, την απόφαση μου;
Και αν ναι, ποια απ' τις δύο θα ήταν εν τέλει η σωστή;
Ποια θα με λύτρωνε;
Πώς θα προετοίμαζα καλύτερα την ψυχή μου για την αιωνιότητα;

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Δε θέλω άλλο, παρά να μου επιτραπεί να γράψω· να πετάξω τη φωτιά, που σιγοκαίει τα σωθικά μου, σ' ένα λευκό χαρτί και να τη θάψω μέσα στο μελάνι. Να μου δοθεί, μονάχα, η ευκαιρία...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Πρέπει να ομολογήσω ότι μου αρέσει να γράφω μεγαλεπίβολα, πομπώδη λόγια στα έργα μου. Λόγια που, υπό άλλες συνθήκες, δε θα πίστευα ούτε εγώ η ίδια. Είναι η ένοχη απόλαυση μου. Άλλωστε, σ' έναν κόσμο όπου όλα μπορούν να συμβούν, κανείς δε θα με κατηγορήσει αν θέλω να διακοσμήσω τη βαρετή πραγματικότητα με μια δόση λαμπυρίζουσας μαγείας...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Κάποτε μου έφτανε να γεμίσω σελίδες με έρωτες, ίντριγκες και μαγικές περιπέτειες. Όσο έρχομαι, όμως, σε επαφή με αυτή την αγνή δύναμη του μυαλού μου, που κινητοποιεί το χέρι μου -σχεδόν ψυχαναγκαστικά- να γεμίσει σελίδες, τόσο πιο έντονα νιώθω την ανάγκη να βγάλω ένα βαθύτερο νόημα, ένα -όχι ηθικό, μα διανοούμενο- μήνυμα. Αυτή μου η παρόρμηση με σπρώχνει να αφιερώνω προτάσεις και λέξεις στην κινητήριο δύναμη της ψυχής μου. Να γράφω ποιήματα για την ποίηση και συγγράμματα για τη συγγραφή. Να εξυμνώ το δώρο που μου δόθηκε, το ζωογόνο μου χάρισμα: την ικανότητα να αδειάζω το είναι μου στο χαρτί και να δημιουργώ εικόνες, κόσμους και ανθρώπους· ζωές που κινούνται στο ρυθμό της συγγραφικής μου πένας, καθώς αυτή χαράσσει μηνύματα στο χαρτί. Ζωές που κρέμονται από τις διαθέσεις των δαχτύλων μου, η καταστροφή ή η λύτρωση των οποίων εξαρτάται από μένα και μόνο. Το στυλό μού χαρίζει μια πρωτόγνωρη δύναμη, η οποία ορίζει τον κόσμο που δημιούργησα, ως παντοκράτορας.
Έτσι, καθώς γεμίζω σελίδες, αυτόματα νιώθω πιο δυνατή σαν άνθρωπος. Όχι επειδή έχω την ευκαιρία να το "παίξω" Θεός, αλλά γιατί Εκείνος (ή η όποια ζωοποιός δύναμη σχημάτισε την ψυχή μας) μου έδωσε το δώρο της δημιουργίας, το εφόδιο για να αντέξω τον σκληρό αυτό κόσμο.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ύμνος σε ένα άπιαστο όνειρο...

Άπιαστα όνειρα χάραξαν το νου μου.
Τ' άγγιξα με τη φαντασία μου
κι εκείνα μου χάρισαν το φως τους.

Μια εμπειρία μαγική
απλώθηκε μπροστά μου
με χρώματα και ήχους.

Φόντο λευκό,
ζωγραφισμένο από το χέρι ενός παιδιού.
Ποιο να 'ταν άραγε εκείνο το παιδί;

              ***

Σύντομα μεταμορφώθηκαν,
πήραν το τελικό τους σχήμα
και κυκλώθηκαν από ομίχλη.

Δυσδιάκριτα όνειρα
κι εγώ διαβάτης,
στην είσοδο,
προσπαθούσα να δω τι μου έκρυβαν.

Ήταν ντυμένα με έρωτα
και νύχτες αξημέρωτες.
Στο βάθος μουσική -ζω άραγε ή μήπως πέθανα;

Μέσα από την ομίχλη,
φάνηκες εσύ.
Κυκλωμένος από νότες.
Με μάτια που έλαμπαν.

Αλήθεια ή ψέμα,
δεν έμαθα ποτέ.
Και ούτε θέλησα...

Ζήσαμε μόνοι, κρυμμένοι απ' όλους.
Εγώ κι εσύ.
Εσύ, το όνειρο.
Ένα όνειρο άπιαστο.
Όνειρο απατηλό.

Μοναδικός μας σύμμαχος η νύχτα.
Νύχτες λευκές.
Νύχτες που υπήρξαν μόνο στο νου.
Νύχτες παραδεισένιες.
Νύχτες που δεν τις έζησε κανείς,
παρά μόνο εμείς οι δυο.

Δεν τις ξέχασα ποτέ.
Εσύ, όμως, βιάστηκες.
Έφυγες και δεν είπες τίποτα.
Μ' εγκατέλειψες στο σκοτάδι.

              ***

Εκείνο το βράδυ δεν ήρθες.
Κι έμεινα εγώ να περιμένω.

Είμαι ακόμη στην ίδια θέση,
μα εσύ ποτέ δεν εφάνης.

Σαν τη γοργόνα του μύθου
που χαράχθηκε στον βράχο
και λίγο-λίγο διαλυόταν στους αιώνες.

Απέμεινα εκεί,
μόνη,
να περιμένω.

Μισή στη ζωή
και μισή δοσμένη στο θάνατο.
Ίσως και να μη ζω πια, δεν ξέρω...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ

Γεννήθηκα 4 Δεκέμβρη, μόλις έσβησε το λυκόφως, ώρα 18:43. Περίμενα να πέσει το σκοτάδι πριν αντικρίσω τον κόσμο για πρώτη φορά. Το σκοτάδι εκείνο το κουβαλώ ακόμη μέσα μου. Στις σελίδες που γράφω, μόνη μου, στο σκοτάδι ξανά.

Γεννήθηκα Δεκέμβρη, απόγευμα, στον αστερισμό του Τοξότη. Ζώδιο, λένε, διανοούμενων. Οι Τοξότες είναι συχνά φιλόσοφοι, συγγραφείς, άνθρωποι σκεπτόμενοι, με φαντασία, αιώνια παιδιά. Κοιτάζω ονόματα. Mark Twain, Jane Austen, Nostradamus, Friedrich Engels, William Blake, C.S. Lewis, Walt Disney... Επέλεξα κι εγώ αυτό το μονοπάτι ασυνείδητα. Χωρίς να ξέρω, βρέθηκα κι εγώ να πολεμώ με λέξεις, να ταξιδεύω σε κόσμους υπαρκτούς κι ανύπαρκτους με τη φαντασία μου.

Γεννήθηκα την 4η ημέρα του Δεκέμβρη. Η τετάρτη Δεκεμβρίου είναι η πρώτη μέρα που οι Εβραίοι προσεύχονται για βροχή. Έτσι κι εμένα με σημάδεψε αυτή η μέρα κι έμαθα να σιωπώ και να ακούω τη βροχή. Να δημιουργώ μ' αυτή τη μουσική υπόκρουση. Να νιώθω ζωντανή όταν η αστραπές φωτίζουν το μαύρο ουρανό, ο άνεμος λυσσομανά και οι βροντές σείουν τη γη.

4 Δεκεμβρίου γνώρισα τον κόσμο πρώτη φορά. 46 χρόνια μετά τη γέννηση της Roberta Bondar, της πρώτης Καναδής αστροναύτη. Δεν είναι τυχαίο που και για μένα τα άστρα είναι το απώτερο όριο. Κυνηγούσα πάντα το αδύνατο. 

Γεννήθηκα Τοξότης. Κάποτε διάβασα πως οι Τοξότες αγαπούν την ελευθερία στον ανώτατο βαθμό. Δεν χρειάστηκε να μου το πει κανείς. Το ήξερα από πάντα. Το ένιωθα μέσα μου. Την ανάγκη να κάνω κάτι επειδή το θέλω πραγματικά. Την ανάγκη να κάνω λάθη. Λάθη ολότελα δικά μου, που θα τα μετάνιωνα αυτά. Μάλλον επεδίωκα να διακινδυνέψω. Την απόλυτη ελευθερία τη νιώθεις μόνο όταν παίρνεις ρίσκα. Καμιά φορά κι όταν βαδίζεις με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή.

Ίσως γι' αυτό να επέλεξα να εκφράσω την ελευθερία που αποζητούσα στα χειρόγραφα μου.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Πολλοί πιστεύουν ότι συγγραφή είναι να τοποθετείς λέξεις και γράμματα στη σειρά... Κάνουν λάθος. Συγγραφή σημαίνει καταρχήν σκέψη, διανόηση, η δύναμη του νου να ξεφεύγει από τα πρότυπα και να ταξιδεύει σ' ένα κόσμο χωρίς κανόνες. Μια διάσταση αποκλειστική, ελιτίστικη σχεδόν. Οι δημιουργοί, καλλιτέχνες, συγγραφείς -πείτε το όπως θέλετε- ήταν πάντα αταίριαστοι άνθρωποι, ριζοσπάστες, τρελοί, ονειροπόλοι, επαναστάτες, απροσάρμοστοι. Εκείνοι ήταν πάντα οι απόκληροι της αποστειρωμένης, ηθικά, κοινωνίας.
Το γράψιμο για μένα ήταν πάντα μια διαφυγή. Ήταν -και είναι ακόμη- το καταφύγιο μου. Ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκα για να αδειάζω το "μαύρο κουτί" του μυαλού μου. Το λευκό χαρτί είναι, πράγματι, το μόνο μέρος όπου μπορώ πραγματικά να είμαι ελεύθερη. Ελεύθερη να δημιουργώ και να εκφράζομαι δίχως νόρμες, δίχως ορθά πρότυπα, δίχως προσποίηση, δίχως μάσκες, μακριά απ' όσα "δήθεν" φορέσαμε για να γίνουμε κοινωνικά αποδεκτοί.
Σκέψεις πολλές έχουν βασανίσει το μυαλό μου τόσα χρόνια. Ο νους μου έχει αναπτύξει μία δική του φιλοσοφία. Μελαγχολικά και μαύρα ερωτήματα έχουν περάσει κατά καιρούς. Εκείνα είναι τα χειρότερα, τα πιο επώδυνα, εκείνα που πρέπει επειγόντως να εναποθέσω στο χαρτί πριν με κάψουν. Τα περισσότερα σχετικά με τη ζωή και το νόημα της. 
Πολλές φορές αναλογίστηκα ζητήματα σχετικά με το θάνατο. Εκείνος ο κόσμος είναι μαύρος, σκοτεινός, θυμίζει υγρό κελί. Πονάει περισσότερο απ' όλα τα άλλα ζητήματα. Ειρωνεία είναι πως δεν με τρομάζει η προοπτική του δικού μου θανάτου, μα του θανάτου των άλλων. Δε φοβάμαι το θάνατο, μα τον πόνο. Όχι μονάχα τον σωματικό, μα και τον συναισθηματικό.  Όχι μονάχα τον δικό μου, μα και των άλλων. Ίσως να είναι ένας από τους λόγους που δεν θα επιδίωκα ποτέ τον θάνατο μου, επειδή δε θα ήθελα να πονέσω τους δικούς μου ανθρώπους. Αναπόφευκτα, όμως, η τροπή αυτή των συλλογισμών μου εγείρει νέα ερωτήματα.
Τι θα γινόταν αν μία μέρα πέθαινα; Πώς θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι που με περιστοιχίζουν; Θα προκαλούσε καμία διαφορά στον κόσμο ή λίγες μέρες μετά θα είχε ξεχαστεί τελείως; Ποιοι θα θρηνούσαν για μένα και θα 'ταν άραγε αληθινός ο θρήνος ή βιτρίνα; Θα λυπούσε, άραγε, ο θάνατος μου πραγματικά εκείνου που θεωρώ "δικούς μου ανθρώπους"; Θα στεναχωρούσε, μήπως, περισσότερο ανθρώπους που πέρασαν προσωρινά, μονάχα, απ' τη ζωή μου; Κι αν όντως συνέθλιβε συναισθηματικά κάποιους ανθρώπους, πόσο καιρό θα διαρκούσε ο θρήνος;
Αν πέθαινα σώζοντας κάποιον, θα επηρέαζε, άραγε, ο θάνατος μου τη ζωή του; Θα άγγιζε η ύπαρξη μου τη δική του; Ίσως αυτό το ερώτημα να μ' έκανε συγγραφέα, να μου προξένησε την ανάγκη να δημιουργώ ζωές φανταστικών ανθρώπων και με μια κίνηση των χεριών μου να τις καταστρέφω ή να τους σώζω. Να τους προσφέρω λύτρωση ή καταδίκη, χτυπώντας νευρικά λίγα μονάχα πλήκτρα. Ίσως έτσι προσπαθώ να ξορκίσω το θάνατο από μέσα μου. Επιδιώκω, ίσως, την κάθαρση αντιμετωπίζοντας τις σκοτεινότερες σκέψεις μου. Θαρρείς, σαν τις γράφω, χάνουν τη σημασία τους. Γίνονται ξανά γράμματα και λέξεις μονάχα...


Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ένα παραλίγο παραμύθι...

Δυο καθημερινοί άνθρωποι.
Ένας νεανικός έρωτας.
Μια ιστορία που δεν έγινε ποτέ παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό η Μ. γνώρισε τον Σ. κι έγιναν ζευγάρι. Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι παραμύθι. Γνωρίστηκαν όπως όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Ίσως όχι όλοι. Η γνωριμία τους, όμως, ήταν η τυπική γνωριμία εφήβων. Δυο 17χρονοι μαθητές Λυκείου που βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι μιας κοινής παρέας, σ' έναν κατά τ' άλλα συνηθισμένο απογευματινό καφέ. Μαθητές της ίδιας τάξης, στο ίδιο σχολείο, αλλά σε διαφορετικά τμήματα. Άγνωστοι μέχρι τότε, αόρατοι ο ένας για τον άλλο. Μια πεζή ιστορία, αλήθεια, και βαρετή. Ερωτεύτηκαν με όλη την ορμητικότητα των νιάτων τους, όσο θα μπορούσαν δηλαδή δυο νεαρά παιδιά να γνωρίζουν τι εστί έρωτας. Σε χρόνια πιο αθώα σε σύγκριση με τα σημερινά, όχι πολύ καιρό πριν. Τότε ακόμη που το σεξ δεν ήταν το ζητούμενο, αλλά η ολοκλήρωση. Έννοιες χαμένες τώρα τελευταία. Μοιράστηκαν έναν έρωτα, όχι επικό, ούτε κινηματογραφικό. Έναν έρωτα απλό. Σαν την τροφή. Μια καθημερινή συνήθεια που σε συντηρεί. Σου δίνει ζωή. Όλοι μπορούν να επιβιώσουν με μειωμένη τροφή, κανείς δεν θέλει. Έτσι κι αυτός ο έρωτας. Δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά τους έδινε ζωή. Κι ήταν πέρα για πέρα αληθινός, μες την απλότητα του. 


Ήταν ένα από εκείνα τα χαριτωμένα νεανικά ζευγαράκια. Όχι τα μικρομέγαλα που προκαλούν απέχθεια.. Δυο νέοι παράφορα ερωτευμένοι, μα όχι επιδειξίες. Πράγμα σπάνιο για εκείνες τις ηλικίες. Μα ήταν τόσο σίγουροι για εκείνο που μοιράζονταν, ώστε δε χρειαζόταν να αποδείξουν τίποτα και σε κανέναν. Πάντα εκεί ο ένας για τον άλλο. Τα δυο τελευταία μαθητικά χρόνια ήταν δικά τους. Τα πιο πολυτάραχα της εφηβικής τους ζωής. Σχολείο, απουσίες, κοπάνες, μαθήματα, διάβασμα, εξετάσεις, αποτελέσματα, μηχανογραφικά.. Τα πέρασαν όλα μαζί, όχι χώρια. 
Χέρι-χέρι εξερεύνησαν τον κόσμο γύρω τους, ανακάλυψαν τα όρια τους. Πλήθος αναμνήσεων. Τα πρώτα μεθύσια -σε μαθητικά πάρτι με χαμηλωμένα φώτα και δυνατή μουσική. Τα πρώτα τσιγάρα -κατά την καθιερωμένη πρωινή κοπάνα στο “καπνιστήριο” του Λυκείου. Βόλτες με μηχανάκια. Βραδιές με την παρέα στο γνωστό στέκι. Να τους βρίσκουν τα μεσάνυχτα με τραπέζια γεμάτα άδεια μπουκάλια μπύρας. Τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα. Φακελάκια με ψίχουλα καπνού και άδειες ζελατίνες από φιλτράκια. Νιάτα με άρωμα old holborn και μπύρας πράσινης -της γνωστής.
Ευτράπελες εκδρομές Λυκείου και το κρυφτούλι με τους καθηγητές. Γελοίο, εφόσον ήταν ολοφάνερο. Ανεπίσημα μεταμεσονύκτια μίνι-πάρτι 10-15 ατόμων σε τρίκλινα δωμάτια. Γλιστρώντας όλη η παρέα αθόρυβα στο δωμάτιο με μπουκάλια αλκοόλ κάτω απ' τις πιτζάμες. Οργανωμένο έγκλημα. Με γέλια πνιχτά, παρτίδες πόκερ, σφηνάκια απανωτά και στριμωγμένους καπνιστές στο παράθυρο προσπαθώντας να κρύψουν επιλήψιμες για τους καθηγητές οσμές. Και πάντα ένας “έξυπνος” να φουσκώνει ένα μπαλόνι από λάτεξ(το γνωστό). Πιο πρωτότυπο εύρημα εκείνο από πράσινο προφυλακτικό με άρωμα μήλο. Αποκριάτικα πάρτι, με αστείες στολές, και μασκέ πρωινά Τσικνοπέμπτης στο Λύκειο. Φάρσες Πρωταπριλιάτικες με τα πασίγνωστα -κάτι παραπάνω από αναμενόμενα πλέον- αστεία αλλαγής αίθουσας. Παίζοντας “σκατά” στις καταλήψεις. Πράγματα κλασικά για κάθε μαθητή Λυκείου. Μεσημεριανοί καφέδες, πριν χωριστούν προσωρινά από φροντιστήρια και διάβασμα, και ατελείωτες παρτίδες τάβλι δίχως κανένα έλεος για τον ηττημένο. 
Περίπατοι για δύο στον φάρο. Τρυφερά ενσταντανέ σε παρκάκια. Παιχνίδια στις κούνιες την αμέσως επόμενη στιγμή. Και φωτογραφίες. Ξεχωριστά στιγμιότυπα αποτυπωμένα στην αιωνιότητα σε άπειρες ψηφιακές φωτογραφίες. 
Το ταξίδι στη χώρα του έρωτα. Δεν ήταν απλά σεξ, ήταν έρωτας μαγεία και πυροτεχνήματα. Η πρώτη τους φορά. Εμπειρία μοναδική όχι τεχνικά, αλλά συναισθηματικά. Ήταν ολοκλήρωση με όλη τη σημασία της λέξης. 
Αποκορύφωμα εκείνα τα δυο μαγικά καλοκαίρια. Βραδινό κολύμπι στη θάλασσα, διασχίζοντας το φωτεινό διάδρομο του ολόγιομου φεγγαριού επάνω στο νερό. Μια νύχτα τρελή, ολότελα δική τους, που στην κατάληξη της οδηγήθηκαν -τυχαία ή μοιραία;- σε μια έρημη παραλία οι δυο τους. Σύντομα βρέθηκαν να κάνουν βουτιές με τα εσώρουχα και σαν παιδιά να κυνηγιούνται στην αμμουδιά. Στιγμές αξέχαστες. 
Μόνοι, αλλά και με παρέα. Αυγουστιάτικες νύχτες με φόντο μια φωτιά στην άμμο, μπύρες, σουβλάκια και την κιθάρα εκείνου του αγαπημένου φίλου(Τι να απέγινε; Ποιο μέλλον του επιφύλασσε η μοίρα; Άραγε να παίζει ακόμη την κιθάρα του; Ή σκονισμένη σε μια αποθήκη του θυμίζει μια άλλη νιότη, περασμένα μεγαλεία του καιρού χαλάσματα;). Να τραγουδά όλη η παρέα -φάλτσοι οι μισοί, ήταν η αλήθεια- και να ακούγονται τα τραγούδια λες και ήταν όλα δικά τους, σαν να είχαν γραφτεί μόνο για εκείνους τους δύο. Το δικό τους “εμείς” πιο δυνατό απ' το πλήθος.
Ένα φωτογραφικό άλμπουμ γεμάτο με τις καλύτερες εφηβικές αναμνήσεις...


Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν...
Η ζωή συχνά διαλέγει χωριστά μονοπάτια. Και η αδυσώπητη πραγματικότητα σε προσγειώνει απότομα. Κανείς δε σε ρωτά και κανείς δε σε προετοιμάζει για την αλλαγή αυτή. Σε τέτοιους νεανικούς έρωτες -καλώς ή κακώς- είναι, θα έλεγε κανείς, φυσικό επακόλουθο. Όχι επειδή ο έρωτας δεν είναι αληθινός, όχι.. Γιατί αλλάζουν οι άνθρωποι καθώς μεγαλώνουν. Κι αυτό που κάποτε σου ήταν απαραίτητο, τώρα φαντάζει ξένο, αταίριαστο.

Πολλοί νέοι, μακαρίως ανίδεοι για τον εκφυλισμό της ωριμότητας, πιστεύουν σθεναρά ότι θα μείνουν αλώβητοι από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας. Αλαζονικά νομίζουν ότι στο πέρασμα του χρόνου θα παραμείνουν τα ίδια άτομα που ήταν στην πρώτη νιότη τους. Μάλιστα, δε, θεωρούν εσφαλμένα ότι το ζευγάρι δεν το θέλησε αρκετά, ότι ο έρωτας δεν ήταν αρκετός. Απεναντίας, ακόμη και η πιο όμορφη σχέση είναι επιρρεπής στην αλλοτρίωση των συναισθημάτων. Γενικά, ο χρόνος και η φθορά είναι δυο αλληλένδετοι παράγοντες που ευθύνονται γι' αυτή την αποξένωση. Στους νέους, όμως, συντρέχουν κι άλλες μεταβλητές στην εξίσωση του έρωτα τους. Η μεταβολή της ιδιοσυγκρασίας που συνδέεται με την πρώτη ωρίμανση, η διάσταση στόχων και επιδιώξεων και ο αστάθμητος παράγοντας του απωθημένου -όλα εκείνα που θέλει να ζήσει ο ένας, μα ο σύντροφος σαν βαρίδιο τον κρατάει δέσμιο. Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας οδηγεί σε τέλμα. Και ο έρωτας περνάει στη λήθη.

Αναπόφευκτα, μεγάλωσαν και οι ήρωες αυτής της ιστορίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, αλλαξοδρόμησαν. Χωρίς συγκεκριμένο λόγο, άθελα τους. Καθώς έτσι ήταν γραμμένο γι' αυτούς. Κι αυτό πυροδότησε μια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων. Η ιστορία τους θα άλλαζε ριζικά.

Οι τρεις μήνες εκείνου του τελευταίου καλοκαιριού κύλησαν τόσο γρήγορα που έμοιαζαν σαν τρεις εβδομάδες. Πολύ σύντομα έφτασε το φθινόπωρο και μαζί του η συνειδητοποίηση της κατάστασης. Έναν ολόκληρο μήνα βρίσκονταν σε άρνηση: προσπαθούσαν να αγνοήσουν το γεγονός ότι η φοιτητική τους ζωή έθεσε μεταξύ τους μια απόσταση εξακοσίων και κάτι χιλιομέτρων. Αιθεροβάμονες όπως όλοι οι νέοι, ήταν σίγουροι ότι ο δικός τους έρωτας θα κρατήσει για πάντα, πως θα αντέξει όλες τις αποστάσεις.

Τον επόμενο μήνα διαφάνηκαν ήδη οι πρώτες εντάσεις. Κάθε φορά, όμως, ερχόταν η συμφιλίωση μετά από λίγες ώρες. Όσο περνούσε ο καιρός οι διαφωνίες εντάθηκαν και η επανασύνδεση αργούσε ακόμη περισσότερο να επέλθει. Βασικότερη πηγή εντάσεων οι προσδοκίες απ' τη φοιτητική ζωή. Η Μ. ενθουσιάστηκε απ' τη δική της, ο Σ. απογοητεύτηκε πλήρως. Η πρώτη ήθελε να απολαύσει τη δική της και να γλεντήσει -σαν κάθε πρωτοετής. Εκείνος έπαιζε το παιχνίδι των ενοχών. Τη φόρτωνε τύψεις κάθε φορά που ενθουσιασμένη του έλεγε πόσο όμορφα πέρασε και η δική του απάντηση ήταν ξανά και ξανά η ίδια: πως δεν έκανε τίποτα απολύτως, πως μισεί την πόλη όπου σπουδάζει, πως περνάει χάλια, πως ανυπομονεί να έρθει το Σαββατοκύριακο και να γυρίσει στο πατρικό του. Εκτός αυτού, της ζητούσε συνέχεια να τον επισκεφτεί στην πόλη που σπούδαζε ή να τον ακολουθεί στην πόλη τους τα Σαββατοκύριακα που πήγαινε και αυτός. Στην αρχή χαιρόταν να επιστρέφει σ' αυτόν. Σύντομα, όμως, οι επισκέψεις του έγιναν εβδομαδιαίες. Από Πέμπτη βράδυ έως Τρίτη πρωί. Η Μ. ήθελε πραγματικά να τον δει, δεν ήθελε όμως να χάσει στιγμές από τη ζωή της. Αναγκάστηκε κάθε Σαββατοκύριακο να ακυρώνει ό,τι σχέδια είχε κάνει επειδή δεν μπορούσε να του πει όχι. Για ταξίδια στην πόλη που σπούδαζε εκείνη ούτε λόγος. Μόνιμη δικαιολογία πως έχει υποχρεωτικές παρακολουθήσεις. Αλήθεια μεν, έκρυβε όμως μέσα της και κάτι ακόμη. Ζήλευε τη ζωή της. Κι ένιωθε ξένος -ίσως επειδή η δική του φοιτητική ζωή δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη δική της. Προτιμούσε να επιστρέφει στη δική τους πόλη, να βρίσκει παλιούς φίλους. Προτιμούσε την αντανάκλαση του στα μάτια εκείνων για τους οποίους ήταν ακόμη ο δημοφιλής νεαρός μαθητής που όλοι ήθελαν για φίλο τους. Δεν μπορούσε να συμβαδίσει με το επιτυχές success story άλλων φοιτητών κι έτσι έμενε στάσιμος. Απαγκιστρωμένος σε ένα ομορφότερο -και ποιο ένδοξο- παρελθόν. Η Μ. άρχισε να νιώθει τεράστια πίεση στη σχέση τους. Δεν μπορούσε να περάσει μια μέρα καλά χωρίς να της το χαλάσει μετά η δική του διάθεση. Τον καταλάβαινε, όμως. Γι' αυτό κατέληξε να του κρύβει τις μισές της εξόδους. Κάτι που οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερες εντάσεις όταν εκείνος μάθαινε την αλήθεια. Η σχέση τους πλέον βρισκόταν σε τέλμα. Κι όλο ήθελε να χωρίσει, κι όλο κάτι την κρατούσε. Δεν μπορούσε να βάλει τελεία σε αυτή τη σχέση, όσο κι αν ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχε μέλλον. 

Κάποιος κακόπιστος θα κατηγορούσε τη Μ. ότι βολευόταν με αυτή την κατάσταση. Πως διατηρούσε αυτή τη σχέση μετέωρη σε περίπτωση που τα πράγματα δεν έρθουν όπως τα σχεδίαζε. Πως -εφόσον πρώτη εκείνη βρέθηκε αποξενωμένη συναισθηματικά- αποφάσιζε για το μέλλον της σχέσης ελαφρά τη καρδία. Θα έκανε, όμως, ένα επικών διαστάσεων λάθος. Δεν ήταν εκείνη ο “κακός” της ιστορίας. Το αντίθετο.. Πονούσε κι εκείνη. Πονούσε πολύ. Και κάτι παραπάνω. Οι ενοχές δεν την άφηναν μόνη στιγμή.
Ο καπνός την κύκλωνε και μούδιαζε τον πόνο. Οι νύχτες έγιναν αλκοολικές. Η ένταση με τον Σ. παρουσίασε αλματώδη επιδείνωση. Ζητήματα άλλοτε επουσιώδη, πλέον με το παραμικρό προκαλούσαν ρήγματα στη μεταξύ τους σχέση. Στις τηλεφωνικές τους συζητήσεις έμοιαζαν με πυροτεχνουργούς που απασφαλίζουν ωρολογιακή βόμβα. Η αρμονία άρχισε να θυμίζει άγνωστη λέξη. Και το χάσμα μεταξύ τους ολοένα και διευρυνόταν. Ωστόσο, κανείς δεν τολμούσε να δηλώσει το οφθαλμοφανές. Κανένας δεν είχε το θάρρος να βάλει τέρμα.
Κι ενώ υπήρχε αγάπη, λίγο-λίγο τη σκότωνε η συνήθεια, η οποία κάλυπτε τα κενά ενός έρωτα που πέθαινε. Σε μία μακροχρόνια σχέση τείνουν οι άνθρωποι να εθελοτυφλούν -θες η συνήθεια, θες ο φόβος της μοναξιάς- και προτιμούν να μένουν σε τελματωμένες καταστάσεις δίχως να παίρνουν την απόφαση να δώσουν τέλος. Ξεχνάνε. Ένα σπίτι δε στέκει σε σαθρά θεμέλια. Είναι αργά όταν το πάθημα γίνεται μάθημα.


Και τότε η Μ. γνώρισε τον Γ.
Ένας συμφοιτητής, μια απ' τις πάμπολλες γνωριμίες του επεισοδιακού πρώτου έτους. Ένας ακόμη συνομήλικος της ανάμεσα στο πλήθος. Η Μ. ένιωσε από την πρώτη στιγμή μια ανεξήγητη έλξη για εκείνον. Στην αρχή πάλεψε με νύχια και με δόντια να θάψει τα συναισθήματα αυτά. Σύντομα, κι όσο εντεινόταν η κατάσταση με τον Σ, οι αναστολές της δεν ήταν αρκετές για να συγκρατήσουν την επιθυμία της. Κατάλαβε ότι είχε φτάσει εκείνη η δύσκολη στιγμή που απέφευγε. Ήταν καιρός να βάλει τέλος σε μια σχέση που είχε πεθάνει από καιρό. Έσβησε πριν ακόμη νιώσει έλξη για κάποιον που είχε μόλις γνωρίσει. Δεν προχώρησε με τον Γ. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Για την ακρίβεια, κάτι συνέβη... Ένα βράδυ, μετά από μια έξοδο, ο Γ. περπάτησε μαζί της μέχρι το σπίτι της. Εντελώς τυχαία, απλά και μόνο γιατί έτυχε να μένουν κοντά. Στη σύντομη αυτή διαδρομή η μεταξύ τους ένταση γιγαντώθηκε κι έγινε ακατανίκητη. Η μεταξύ τους σιωπή ανά διαστήματα ήταν εκκωφαντική. Ίσως επειδή εκείνη έλεγε όσα δεν τολμούσαν να ξεστομίσουν τα χείλη. Έφτασαν κάτω απ' την πολυκατοικία της, η βραδιά τελείωσε. Ήταν ώρα για καληνύχτα. Ξεκίνησαν να φιληθούν σταυρωτά, όπως κάνουν οι φίλοι. Μόνο που στα μισά της κίνησης αυτής τα πρόσωπα τους πήραν άλλη κατεύθυνση -τα χείλη τους άγγιξαν. Το τυχαίο άγγιγμα ξύπνησε και στους δύο τον πόθο για ένα αληθινό φιλί. Τον σταμάτησε έγκαιρα. 
Μπήκε στο σπίτι τρέχοντας. Το βλέμμα της έπεσε στον πίνακα ανακοινώσεων της. Στο κέντρο ένα σημείωμα από τον Σ. Της το είχε γράψει την τελευταία μέρα πριν φύγουν στις φοιτητικές τους πόλεις. Διάβασε για πολλοστή φορά εκείνες τις γραμμές «Να προσέχεις κοριτσάκι μου και μην καπνίζεις τόσο. Σ' αγαπώ». Έμοιαζε να 'χει περάσει ένας αιώνας από τότε κι ήταν μόλις τρεις μήνες. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τότε, αυτός που ερωτεύτηκε τρελά ήταν σχεδόν ένας ξένος στη ζωή της. Δεν τους έδενε τίποτα πια, παρά μόνο η ανάμνηση ενός μεγάλου έρωτα. Δεν αρκούσε πια. Έπρεπε να πουν αντίο και να πάρει ο καθένας το δρόμο του. Όφειλαν στους εαυτούς τους να ξεφύγουν απ το τέλμα και να προχωρήσουν μπροστά. Έκλαψε γοερά. 
Τις επόμενες μέρες απέφυγε τον Γ. Τον ήθελε. Πολύ. Μα έπρεπε να περιμένουν και οι δυο. Όφειλε και στον εαυτό της και στον Σ. να ξεκαθαρίσει την κατάσταση πριν κάνει το παραμικρό βήμα. Σε δύο εβδομάδες ήταν Χριστούγεννα. Ζήτησε από τον Γ. να της δώσει χρόνο. Θα έβαζε τέλος στη σχέση της με τον Σ. στις γιορτές. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν μπορούσε να πετάξει δύο χρόνια σαν να μην σήμαιναν τίποτα. Έπρεπε τουλάχιστον να υποστεί τις συνέπειες των πράξεων της. Η νέα χρονιά θα τους έβρισκε για πρώτη φορά μετά από καιρό χώρια. Ίσως εκείνη η ασίγαστη επιθυμία και το αίσθημα του ανολοκλήρωτου της έδωσαν το θάρρος να πάρει τη μεγάλη απόφαση.


Εκείνος ο χωρισμός ήταν ό,τι πιο δύσκολο είχε κάνει σε όλη της τη ζωή. Δεν ήξερε τι να πει, τι να σκεφτεί, τι να νιώσει. Ήταν η σωστή επιλογή, όμως φάνταζε τόσο ξένο.. Δυο χρόνια πριν δεν φανταζόταν σε καμία περίπτωση ότι θα έφτανε σε εκείνο το σημείο. Προσπαθούσε να βάλλει τις λέξεις σε μια λογική σειρά, μα κατέληγε να ξεστομίζει μονάχα σκόρπιες φράσεις. «Όλοι ξεκινάμε ως άγνωστοι..ειρωνεία πως καταλήγουμε ξένοι ξανά». Κάθε της λέξη μια μαχαιριά στο στήθος και των δυο. «Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να πάρουμε αποφάσεις, όχι επειδή το θέλουμε μα επειδή εκείνο είναι το σωστό». Είχε μονάχα μια βαθιά διαίσθηση του τι ήταν λάθος και σωστό στη δική του σχέση. «Αν η αγάπη ήταν αρκετή, δε θα φτάναμε σε αυτό το σημείο». Τον αγαπούσε, ήταν σίγουρη γι' αυτό, αλλά η αγάπη μόνη της δεν μπορεί να κρατήσει μια σχέση. «Ίσως να ήταν λάθος ο χρόνος κι οι συγκυρίες». Το πίστευε αυτό; Μάλλον όχι.. Ο χρόνος ήταν τέλειος όταν ξεκίνησε η σχέση τους, μεγαλώνοντας άλλαξαν όμως τα θέλω τους. «Μεγαλώσαμε και...άλλαξαν πολλά». Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα. Ή ομολογείς την αλήθεια ή σωπαίνεις μια για πάντα. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Ο εγκέφαλος της δούλευε πυρετωδώς παλεύοντας να βρει τις σωστές λέξεις. Η καρδιά διαμαρτυρόταν σθεναρά. Η προσωποποίηση του διχασμού.
«Κάποτε μου αρκούσε να βλέπω το χαμόγελο σου...» πήρε μια βαθιά ανάσα και η παύση στο ενδιάμεσο έμοιαζε να διαρκεί αιώνια «...τώρα δεν ξέρω πια.». Εκείνος την κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα, υγρά από ένα δάκρυ που δε θα επέτρεπε να κυλήσει. Στο βλέμμα του σχηματιζόταν η αντανάκλαση ενός εκρηκτικού θυμού. Τότε τον ταύτισε με μίσος. Βαθύ και ασίγαστο μίσος. Άργησε να μάθει ότι το μίσος και ο έρωτας απέχουν ένα μόλις βήμα. Είχε ήδη χάσει τον επόμενο έρωτα του...


Οι ζωές τους συνεχίστηκαν φυσιολογικά, σχεδόν βαρετά. Έκαναν σχέσεις, ερωτεύτηκαν, χώρισαν, πληγώθηκαν και πάλι απ' την αρχή. Έρωτες γεννήθηκαν, έρωτες τέλειωσαν, έρωτες ξεχάστηκαν. Όνειρα πραγματοποιήθηκαν, όνειρα εγκαταλείφθηκαν, μερικά ίσως ξεχάστηκαν πολύ γρήγορα. Όσο περνούσε ο καιρός οι πληγές μέσα τους επουλώνονταν. Σύντομα έμεινε μόνο μια μακρινή ανάμνηση μιας όμορφης σχέσης. Οι άνθρωποι έχουν τη συνήθεια όταν βλέπουν μια κατάσταση από απόσταση να την εξιδανικεύουν. Ξαφνικά όλες οι εντάσεις είχαν ξεχαστεί. Είχε μείνει μονάχα μια γλυκιά ανάμνηση ενός εφηβικού έρωτα και κάθε πρώτης φοράς της νιότης τους. Όλα εκείνα τα “πρώτα” που έκαναν μαζί. Εκείνη η περίοδος, η τόσο ανέμελη, χωρίς σκοτούρες. Σε κάθε απογοήτευση η σκέψη τους ταξίδευε σ' εκείνη την πρώτη φορά και απορούσαν πώς τότε ήταν όλα τόσο εύκολα. Ξεχνάνε οι άνθρωποι...
Αρχικά απέφευγαν ο ένας τον άλλον, δυο χρόνια μετά χαιρετήθηκαν σαν να μη συνέβη τίποτα ποτέ. Δεν έγιναν ποτέ φίλοι. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Αρκετά χρόνια μετά συναντιόνταν καμιά φορά τυχαία στο δρόμο και συζητούσαν σαν δυο παλιοί συμμαθητές. Μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων για λίγα λεπτά και μετά απομακρύνονταν με τη σκέψη πως πριν τόσο καιρό -φαντάζει πια σαν να πέρασε αιώνας- ήταν ερωτευμένοι. Ένα κρυφό γελάκι και πέντε λεπτά αργότερα επέστρεφαν στους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητας τους. Δεν είχαν πλέον καιρό για ιστορίες απ' τα παλιά....



Μερικές ιστορίες δεν γίνονται ποτέ παραμύθια...
Ένα θέμα για σύντομο διήγημα.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

Υποθέτω πως πάντα ήμουν ανθεκτική στο ποτό... Πάντα έψαχνα έναν τρόπο να ζαλιστώ -να έρθω στο κέφι, έχοντας ωστόσο συνείδηση του τι γίνεται γύρω μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν δύσκολο για μένα.. Έπρεπε να πιω πολύ και τις περισσότερες φορές χωρίς να τηρήσω τους "κανόνες". Αυτή τη φορά επέλεξα ένα πιο "δραστικό" τρόπο να μουδιάσω το νου και τα συναισθήματα μου. Επέλεξα να δοκιμάσω το περίφημο υποβρύχιο - σφηνάκι ουίσκι βυθισμένο μέσα σε ποτήρι γεμάτο μπύρα, το οποίο πίνεις σαν σφηνάκι: μονορούφι. Πριν λίγες μέρες δοκίμασα πειραματικά το πρώτο μου, να διαπιστώσω αν το "σηκώνω". Σήμερα τα διπλασίασα, συνεχίζοντας με λίγα ποτήρια ουίσκι με σόδα. Τελικά το "έχω" ακόμη, κι ας πέρασε καιρός απ' την τελευταία φορά που ήπια. Σύντομα επέλεξα να συντροφέψουν αυτή μου την εμπειρία λαϊκά τραγούδια - πάντα θεωρούσα ότι αυτή η μουσική έχει φτιαχτεί για να συνοδεύει το πιώμα.. Βλέπετε -πείτε το γονίδια, πείτε το συνήθεια, δεν ξέρω- μοιάζει αταίριαστο να ακούς αγγλόφωνες μπαλάντες ή κλασικό ροκ ενώ πίνεις. Θα μου πείτε η πλειοψηφία των ροκ σταρ ήταν αλκοολικοί. Ίσως να φταίνε τα γονίδια μου.. Ίσως να φταίει η μητρική μου γλώσσα.. Ίσως με τη συνοδεία του αλκοόλ νιώθω πιο κοντά στο πρωτότυπο απ' το οποίο προήλθα, την κλασική φιγούρα της ελληνικής γης, γενετικά συνδεδεμένη με μπουζούκια, νταούλια και κεμεντζέδες. Ίσως να φταίει ο ελληνικός στίχος που με τη συνοδεία αλκοόλ φαντάζει πιο κοντά μου από ποτέ. Δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί εκείνη την ώρα που το οινόπνευμα ταξιδεύει στις φλέβες μου νιώθω την ανάγκη να ακούω ελληνικό λαϊκό τραγούδι -κι ούτε πρόκειται. Μα καθώς "αποσυντίθεμαι" πετώντας την πανοπλία της διανόησης και κρατώντας μονάχα τα ανθρώπινα, πρωτόπλαστα κομμάτια μου -στενά συνδεδεμένα προφανώς με την ελληνική ύπαιθρο- έρχομαι πιο κοντά σ' εκείνα τα πρότυπα, και μόνο εκείνα μοιάζουν να με εκφράζουν από ένα σημείο και μετά... Ένα ακόμη ποτήρι ουίσκι -προσπαθώ να πνίξω τις συγγραφικές μου παρορμήσεις και να έρθω σε επαφή με τον άνθρωπο μέσα μου. Τα γράμματα του πληκτρολογίου ξαφνικά πιέζονται με λάθος σειρά. Κόκκινες γραμμές εμφανίζονται κάτω από μερικές λέξεις.. Άραγε τις έγραψα βιαστικά ή μήπως απλά τις απορρίπτει ο ορθογραφικός έλεγχος; Οι λέξεις μοιάζουν να χάνουν τη σημασία τους.. Όπως και κάθε τι  γύρω μου. Όπως ξεθωριάζουν οι έννοιες, αφήνω να ξεθωριάσουν κι οι λέξεις... Διώχνω κάθε παρεμπίπτουσα έμπνευση μακριά. Δεν ταιριάζει σε τέτοιες βραδιές -βραδιές πόνου, αυτολύπησης, μαζοχισμού. Βραδιές που το "είναι" συζητά πιο φανερά με το "φαίνεσθαι". Βραδιές που αλήθεια και πλάνη μοιάζουν το ένα και τ' αυτό.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Τη μέρα που σε γνώρισα...

Τη μέρα που σε γνώρισα
φώτισε ο κόσμος γύρω μου.
Έμοιαζες σαν να ξεπήδησες από ένα παλιό μου όνειρο.

Ποτέ μου δεν αντίκρυσα μια οπτασία τόσο αληθινή.
Σαν να σταμάτησε εκείνη τη στιγμή ο χρόνος·
σαν να υπήρχαμε για λίγο στον κόσμο μόνο εγώ κι εσύ.

Στο βλέμμα σου είδα για λίγο τον Παράδεισο.
Η φωνή σου έφτανε στ' αυτιά μου σαν μουσική.
Το χαμόγελο σου ξεθώριασε όλα τα χρώματα του κόσμου γύρω του.
Το άγγιγμα σου μαγικό·
δεν ήθελα εκείνη η χειραψία να τελειώσει ποτέ.

Δεν χρειάστηκε να σε γνωρίσω.
Σε ήξερα από πάντα.
Ανάμεσα σε χίλιους ανθρώπους πάλι θα σε αναγνώριζα
από τη λάμψη των ματιών σου.

Δεν ήταν κεραυνοβόλος έρωτας.
Ένιωσα σαν να γνωριζόμασταν από καιρό.
Σαν χρόνια να περιμέναμε ο ένας τον άλλον.
Πότε θα συναντιόμασταν σε ένα σταυροδρόμι της ζωής.

Κλείνω τα μάτια και σ' ονειρεύομαι.
Είσαι εσύ μόνη σκέψη μου κι ελπίδα.
Σαν να μη μπορεί ο νους μου να σχηματίσει άλλη μορφή
παρά μόνο τη δική σου.

Δεν μου έκλεψες την καρδιά,
ούτε στη χάρισα.
Ήταν δικαιωματικά δική σου.
Σου άνηκε από πάντα κι ας έκανα καιρό να το μάθω.

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Ανακάλυψη ενός παλιού χειρόγραφου...

Η άβυσσος των ματιών σου.
Η φλόγα του βλέμματος σου.
Δυο ψυχές που γίνονται ένα.
Δυο κορμιά, μια στιγμή.

Ένα ατελείωτο κυνηγητό.
Ω ανεκπλήρωτε έρωτα.
Ήρθε η ώρα για το τέλος.
Όλα παίζονται απόψε...
Μια νύχτα αποπλάνησης.
Θύτης και θύμα και οι δυο.

Η νύχτα συνεργός σε μια αποπλάνηση.
Το σκοτάδι κρατά καλά κρυμμένα μυστικά.
Το τόξο του έρωτα πεταμένο σε μια γωνιά.
Τα βέλη του έχουν ήδη καρφωθεί.
Ο φτερωτός θεός κοιτά συγκινημένος από ψηλά.
Αβάσταχτη η γοητεία της αγάπης...
(2011)

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

Συχνά πίνεις για άλλα και καταλήγεις να θυμάσαι άλλα... Αυτό είναι το κόλπο του. Ο εξαίρετος πόνος της μνήμης. Κάθε ποτήρι αλκοόλ κρύβει μέσα του λίγο μαζοχισμό. Μα από ένα σημείο και μετά ο ίδιος ο πόνος γίνεται παυσίπονο. Τότε βρίσκεις μια σπάνια στιγμή ευτυχίας στη λήθη· κι ύστερα φεύγει πάλι από εκεί που ήρθε. Φέρνεις το ποτήρι στα χείλη σου κι ανταλλάσσετε ένα αισθησιακό φιλί. Άλλο ένα ταξίδι στη λήθη ξεκινά...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

Μες το ποτήρι του ουίσκι διαγράφεται όλη μου η ζωή. Το κάψιμο του αλκοόλ μουδιάζει τα χείλη μου, για να βγουν οι λέξεις απ το χέρι μου. Και τότε αρχίζω να γράφω. Λέξεις ακατάστατες, συγκεχυμένες, κατακλύζουν το μυαλό μου· το χέρι και το στυλό, κοινωνοί αυτής της εμπειρίας, γράφουν πιστά όσα τους δόθηκαν. Κάποιες προτάσεις δε βγάζουν νόημα, τα τσαπατσούλικα γράμματα κρύβουν μέσα τους συναισθήματα ευγενή -αταίριαστα οπτικά με αυτόν τον γραφικό χαρακτήρα. Το τσιγάρο σύντροφος σε τέτοιες συγγραφικές εμπειρίες. Ο καπνός του με κυκλώνει και δίνει τις απαντήσεις. Μέσα του διαγράφονται οι ιδέες που με τη συγγραφική μου πένα προσπαθώ να αγγίξω. Κοιτώ το διαυγές ξανθοκόκκινο υγρό. Μέσα του όλες οι αλήθειες που προσπαθώ να κρύψω. Όχι απ' τους άλλους, απ' τον εαυτό μου. Το "νοθεύω" με Coca-Cola· να γλυκίσει και να καταπιώ ευκολότερα τις πικρές αλήθειες. Το ποτό καθαρίζει συνειδήσεις. Το κάθε ποτήρι ένας μικρός θάνατος· περνά όλη η ζωή μπροστά στα μάτια σου και μετά κενό. Το απόλυτο τίποτα. Είναι άραγε το αλκοόλ αυτοτιμωρία ή παυσίπονο; Λίγο κι απ' τα δύο θα έλεγα. Είναι ωραία κάποιες μέρες να μουδιάζεις και να χάνεσαι. Είναι ωραίο το τίποτα. Βάλε μου λίγο ακόμη τίποτα στο ποτήρι, σε παρακαλώ.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Για πολλούς η καθημερινότητα είναι άσχημη. Όχι για μένα. Έχω μάθει να τη βλέπω σαν λευκό καμβά. Την ομορφαίνω με ιδέες και όνειρα. Όνειρα από μετάξι...
Ονειροπολώ μέρα και νύχτα. Στη μοναξιά του σπιτιού και στην πληθώρα του κόσμου έξω. Είναι στιγμές που ονειροπολώ ενώ βρίσκομαι με παρέα. Στιγμιαία, μονάχα, αφαιρούμαι, μα η φωνή των φίλων με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Ζοφερή ή όχι, δεν ξέρω να σας πω. Στο νου μου τη ζούσα πάντα σαν drama queen. Δεν το έμαθε κανείς, ποτέ. Μόνο εσείς το ξέρετε.
Τα όνειρα μου παίρνουν συχνά μορφή -έχω το συνήθειο να τα φυλακίζω σε λέξεις ή στίχους. Τις πιο πολλές φορές το έργο μένει μετέωρο, δίχως τέλος· μια άλλη ονειροπόληση έχει τρυπώσει στο μυαλό μου. Δεν τις πετώ ποτέ στον κάλαθο των αχρήστων τις μισοτελειωμένες σκέψεις. Μόνο τις αναβάλλω επ' αόριστον, μέχρι το όνειρο να μου χτυπήσει ξανά την πόρτα. Ίσως αύριο ολοκληρώσω τη σκέψη που ξεκίνησα πριν δέκα χρόνια. Μπορεί, δεν ξέρω. Ίσως να καταπιαστώ με μια καινούρια. Ίσως να δώσω μια ολότελα απρόσμενη τροπή σε μια τωρινή. Κανείς δεν ξέρει.
Το υπερκινητικό μου μυαλό παίζει παιχνίδια αξιοπερίεργα. Θέτει δικούς του κανόνες. Δεν συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερο από αυτό που θέλει. Φταίει που συμβαδίζει τόσο καιρό με μεγάλες ιδέες και εξαίρετα ιδανικά. Μόνιμος κάτοικος στη χώρα της λογοτεχνίας. Αεικίνητο στη σφαίρα της φαντασίας.  Γι' αλλού ξεκινώ κι αλλού με πάει. Και τώρα δα, δεν ήθελα να γράψω αυτά, εκείνο μου τα υπαγόρευσε. Ο νους μου έχει την τάση να συνθέτει αναρχικά. Να ζει στο δικό του κόσμο. Σωστό ή λάθος, δεν ξέρω να σας πω. Εγώ ό,τι μου είπε γράφω.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Όνειρα από μετάξι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν σε κόσμους ονειρικά πλασμένους.
Όχι γιατί γεννήθηκαν εκεί,
μα επειδή το επέλεξαν.
Ο αληθινός κόσμος ήταν πολύ σκληρός και άχρωμος για εκείνους.
Σ' εκείνον τον τόπο άνηκαν.
Περιτριγυρισμένοι από όνειρα.
Όνειρα από μετάξι...

Κάποτε έμαθα κι εγώ
ότι ο έρωτας δεν είναι για τους ονειροπόλους.

Πέρασα πρώτα μαζί σου
30 λευκές νύχτες.
Δική σου.
Μόνο.

Σου έδωσα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό
και ίσως κάτι παραπάνω.
Σου χάρισα το κλειδί που άνοιγε την πόρτα των ονείρων μου.
Για να γνωρίσεις την αλήθεια μου.
Μα εσύ δε θέλησες αυτό το δώρο.
Ζήτησες κάτι ρεαλιστικό, γήινο.
Θέλησα τόσο να στο χαρίσω..
Δεν τα κατάφερα. Δεν ήξερα πώς.
Βλέπεις.. Δεν ήμουν κομμάτι του δικού σου κόσμου.
Ήμουν πάντα κάτι άπιαστο, ένα αερικό που κατοικεί στη χώρα του ονείρου.
Προσπάθησα όμως.

Σου χάρισα στίχους και πολυσέλιδα γράμματα.
Δεν τα εκτίμησες.
Σου χάρισα αναμνήσεις και καλά κρυμμένα μυστικά.
Τα περιφρόνησες. Κοιτούσες μόνο το μέλλον.
Σου χάρισα συναισθήματα.
Θέλησες κάτι απτό.
Τέλος σου χάρισα τα δάκρυα μου.
Ήταν πλέον αργά.. Είχες προχωρήσει πια.

Δεν κατάλαβες ποτέ...
Εγώ είχα μόνο να σου δώσω όνειρα από μετάξι.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

Στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη και κοίταξα την αντανάκλαση εκείνης της άγνωστης γυναίκας. Κι όμως ήμουν εγώ. Έπιασα ένα μαντιλάκι για να αφαιρέσω το μέικ απ που σαν μάσκα έκρυβε το πρόσωπο μου. Κάθε κίνηση αποκάλυπτε κι ένα θαμμένο συναίσθημα. Σαν ένας αρλεκίνος μ' ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο. Πάει η πρώτη γωνία, πάει κι δεύτερη. Το χαμόγελο στράβωσε, κατσούφιασε. Απαλά, σαν χάδι, παίρνει μαζί του κάθε τι ψεύτικο. Μαζί με τα τεχνητά χρώματα φεύγει και το βάρος της ημέρας που πέρασε. Φεύγουν τα χρώματα και μένει μόνο ένα πρόσωπο χλωμό, σαν άδειος καμβάς. Ένα δάκρυ κυλάει στο αριστερό μου μάγουλο. Άτιμη μάσκαρα, πάντα τα καταφέρνεις να με κάνεις να κλάψω. Σαν να ξέρεις ότι το έχω ανάγκη εκείνο το δάκρυ κάθε βράδυ. Άλλο ένα πέρασμα με το μαντιλάκι. Το υγρό άγγιγμα είναι μια κάθαρση. Όχι δέρματος, ψυχής. Ξαλαφρώνεις από εκείνα τα συναισθήματα που κρατούσες κρυμμένα μέσα σου, να μην τα δουν οι άλλοι. Τώρα είμαι μόνη. Ελεύθερη να καλωσορίσω κάθε συναίσθημα και κάθε σκέψη -καλή και κακή. Να αγκαλιάσω την αλήθεια της ψυχής μου. Να γίνω ένα με τον πόνο μου. Να νιώσω ξανά(πέρασαν πια οι ώρες που ένιωθα σαν άψυχο ρομπότ!). Είναι καλός ο πόνος.. Μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανή. 
Πράξη 4η.
Ακόμη μπροστά στον καθρέφτη. Το μέικ απ σβήστηκε. Τα ψεύτικα συναισθήματα χάθηκαν. Το ζωγραφισμένο χαμόγελο σβήστηκε για πάντα. Μόνο θλίψη...

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

(Απόσπασμα)


Αγάπη είναι να εύχεσαι να είναι ευτυχισμένος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα 'ναι δικός σου. Να ζεις μόνο για το χαμόγελο του. Τα τραύματα του να είναι και δικά σου.
Αγάπη είναι να αφήνεσαι στον έρωτα του, επιτρέποντας του να σε καταστρέφει κάθε φορά κι από λίγο. Να του ανοίγεις την πόρτα, ώστε να επιστρέψει όποτε το θελήσει αυτός και να φύγει πάλι αφήνοντας σε διαλυμένη γι' ακόμη μια φορά. Να τον εξουσιοδοτείς εν λευκώ να σε ισοπεδώσει αν το θέλει. Να του δώσεις εσύ η ίδια αν χρειαστεί το μαχαίρι που θα καρφώσει στο στήθος σου.
Να μη ζητάς εγγυήσεις ή αποδείξεις αγάπης. Να του δίνεσαι ολοκληρωτικά περιμένοντας το απόλυτο τίποτα. Να ζεις για τα δικά του ψίχουλα αγάπης.
Κάθε ανάσα σου να είναι γι' αυτόν, κάθε χτύπος της καρδιάς σου να φέρει το όνομα του. Κάθε λεπτό που ζεις να ανήκει σ' εκείνον. Όλη σου η ύπαρξη να είναι δική του.
Ο έρωτας είναι εγωιστικός, ένας αέναος πόλεμος. Μα η αγάπη είναι ανιδιοτελής. Δεν αφορά εσένα, αλλά εκείνον. Τις δικές του ανάγκες, τις δικές του επιθυμίες, τα δικά του όνειρα.
Χάνεται το “εγώ”. Αν είσαι τυχερή θα γίνει “εμείς”. Αλλιώς θα είσαι καταδικασμένη να αγαπάς στα σκοτεινά, μονάχη. Να συνομιλείς με ένα αόρατο “εσύ”. Κι εκείνος δεν θα το μάθει ποτέ. Για την ακρίβεια και να το μάθει, δεν θα καταλάβει.
Δεν τον αγαπάς, είσαι μονάχα ερωτευμένη.
Η αγάπη δεν είναι φωτεινή και ρόδινη, όπως την παρουσιάζουν. Η αγάπη πονάει. Μάθε πως η αγάπη ζει δίπλα στη μοναξιά. Στοιχηματίζω πως δεν το ήξερες αυτό.
Κι όμως οι ελάχιστες στιγμές ευτυχίας μαζί του αξίζουν κάθε δευτερόλεπτο που πέρασες δυστυχισμένη εξαιτίας του. Κάθε λεπτό μαζί του, σαν ήλιος φωτίζει απ' άκρη σ' άκρη το σκοτάδι της ψυχής σου. Αυτές οι ρανίδες ευτυχίας είναι ό,τι πολυτιμότερο μου έχει χαρίσει.
Πότε κατάλαβα ότι τον αγαπώ;
Όταν έφυγα οικειοθελώς επειδή δεν τολμούσε ο ίδιος να το ζητήσει..

Εδώ και χρόνια (γύρω στα 4) έχω μια ιστορία στο μυαλό μου. Έχω γράψει μερικά αποσπάσματα -εμπνεύσεις της στιγμής- ωστόσο ποτέ δεν μπήκα σοβαρά στη διαδικασία να τη γράψω -προς το παρόν τουλάχιστον. Είναι η ιστορία που απασχολεί τη φαντασία μου τις ελεύθερες μου ώρες. Σαν ένα ταξιδάκι αναψυχής. Ακόμη και ο τίτλος δεν είναι "φιξ", γι' αυτό όταν ξεκίνησα να δημοσιεύσω το απόσπασμα εδώ αποφάσισα να το αφήσω "άτιτλο". Η συγκεκριμένη σκηνή είναι ένας μονόλογος της πρωταγωνίστριας, σχετικά με την αγάπη, στη συζήτηση της με μια φίλη της. Δε θα επεκταθώ, ίσως κάποια στιγμή να μπω στη διαδικασία να γράψω την ιστορία. Προς το παρόν απλά θέλησα να μοιραστώ το απόσπασμα μ εσάς.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Κοιτάζω τον εαυτό μου από ψηλά. Μέσα στην ανθρώπινη μιζέρια και την ανασφάλεια. Μια τελειότητα με όλη του την ατέλεια. Διακρίνω μια αλήθεια που αγνοούσα τόσα χρόνια. Σκοτεινή κι αυτή, σαν κι εμένα. Και κάπως έτσι κατάλαβα.. Ίσως εγώ να ήμουν ο καταραμένος μου ποιητής. Φυλαγμένος στην ανωνυμία του, κρυφός μες το πλήθος. Προσπαθώντας με ουίσκι και στίχους να μουδιάσει τα συναισθήματα του. Ο καπνός να κυκλώνει τις λέξεις και να τους δίνει νέα ερμηνεία. Μόνος περιτριγυρισμένος απ' τους πολλούς. Μια ψυχή ακατανόητη. Πολεμώντας απλώς να ξεχάσει..

Στη γη του καταδικασμένου έρωτα


Ένα διαμαντένιο δάκρυ
κύλησε
εκεί που υπήρχε κάποτε ένα χαμόγελο.



Ενός αγγέλου άγγιγμα
Κάπως έτσι άρχισαν όλα..
Μια φορά κι έναν καιρό,
ένας άγγελος κι ένας δαίμονας έπεσαν στα δίχτυα της αγάπης.

Δεν είναι μια ιστορία αγάπης,
αλλά μια ιστορία για την αγάπη.
Εκείνη την ολοκληρωτική δύναμη
που μερικές φορές κάνει και θαύματα.

Ο άγγελος παραδομένος στην άγνοια του,
προστατευμένος μέσα στην πλάνη του παραδείσου,
δεν ήξερε·
ο δαίμονας ήταν κάποτε άγγελος κι αυτή.

Ώσπου ήρθε η μέρα που του άνοιξε ένα παράθυρο να δει ο ίδιος τη σκοτεινή της ψυχή.
Του έδειξε τα κομματιασμένα της φτερά -ό,τι έμεινε απ' αυτά-
και του είπε τα πάντα.
Πως ήταν κάποτε κι εκείνη άγγελος.
Ότι οι περισσότεροι δαίμονες ήταν άγγελοι που έχασαν τη χάρη τους
όταν ακολούθησαν ένα σκοτεινό μονοπάτι.
Πώς ξεκίνησε.
Πώς κατέληξε δαίμονας που κατοικεί στις σκιές και το ψέμα.
Ότι είχε χάσει πλέον τα πάντα.
“Ξεκινάμε όλοι από το ίδιο σημείο... Ειρωνεία που καταλήγουμε ο καθένας αλλού.”

Του είπε την αλήθεια της, μα εκείνος δεν τη έδιωξε.
Άνοιξε την αγκαλιά του και την έκλεισε μέσα στα δυο του χέρια.
Της χαμογέλασε γλυκά,
καθώς εκείνη βρήκε καταφύγιο στην αγκαλιά του.
Την έλουσε με το φως του.
Μα όσο της χαμογελούσε, τόσο τον ερωτευόταν.
Κι όσο τον ερωτευόταν, τόσο βεβαιωνόταν ότι έπρεπε να κάνει τη μεγάλη θυσία.
Να φύγει απ' τη ζωή του όσο προλάβαινε.
Πριν τον παρασύρει στο σκοτάδι της δικής ζωής.

Με όλη τη δύναμη της σκοτεινής της ψυχής τον έδιωξε μακριά.
Για να τον προστατέψει.
Εκείνη ήταν ήδη κατεστραμμένη,
ένας δαίμονας που κυκλοφορούσε ανάμεσα σε άλλους δαίμονες.
Εκείνος όμως είχε μια ευκαιρία στη ζωή.
Ήξερε ότι η αγάπη της ήταν ο μεγαλύτερος του κίνδυνος.
“Αν σ' αγαπώ πρέπει να σε διώξω,
κι αν μ' αγαπάς πρέπει να φύγεις”
Έβαλε το χέρι του στο στήθος της.
Εκεί που θα έπρεπε να ακούγεται ο χτύπος της καρδιάς της.
Μόνο που είχε χαθεί από χρόνια.
Η καρδιά της ήταν νεκρή.
Κι αν ακόμη χτυπούσε θα χτυπούσε μόνο γι' αυτόν.
“Είμαι η κόλαση σου, δεν έχεις θέση δίπλα μου.
Σου αξίζει ο Παράδεισος.”
Ήταν αποκαρδιωμένη,
ήταν πια αργά, ο έρωτας τους ηττήθηκε οριστικά.
“Κόλαση είναι ο Παράδεισος μακριά σου” της είπε
και σφάλισε τα χείλη της μ' ένα φιλί.

Τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, αποστασιοποιημένα.
Κάτι ανεξήγητο της συνέβαινε.
Ξάφνου, ένα δάκρυ κύλησε απ' τα μάτια της.
Ήταν η πρώτη φορά.
Πρώτη φορά που ένιωθε άνθρωπος μετά από καιρό.
Άρχισε να κλαίει και να γελάει μαζί.
Συναισθήματα πλημμύρισαν το κορμί της,
το φως της αγάπης του την τύλιξε κι έδιωξε το σκοτάδι από μέσα της μια για πάντα,
οι πληγές της ψυχής της ολοένα κι επουλώνονταν,
τα τσακισμένα κομμάτια των φτερών της άρχισαν να ενώνονται.

Το αναμενόμενο τέλος θα ήταν να δοθεί μια νέα ευκαιρία στην αγάπη τους.
Μια ευκαιρία να μείνουν για πάντα μαζί.
Αλλά όχι εκείνοι,
όχι αυτή η ιστορία.
Δεν είναι μια ιστορία αγάπης,
αλλά μια ιστορία για την αγάπη.

“Με έσωσες. Είμαι ελεύθερη” είπε
κι εξαφανίστηκε μέσα σε μια δέσμη φωτός.
Δεν την είδε ξανά.

Ο άγγελος κέρδισε ξανά τη θέση του στον Παράδεισο.
Κάθε άγγελος κρύβει ένα θαύμα μέσα του,
του είπαν.
Και το δικό του ήταν να σώσει έναν καταδικασμένο δαίμονα.
Την έσωσε με την αγάπη του,
την έκανε να νιώσει ξανά
από καιρό σβησμένα συναισθήματα.
Φώτισε το σκοτάδι της ψυχής της.
Της χάρισε το θαύμα του
και σώθηκε.

Εκείνος, όμως, όχι.
Αρνήθηκε να επιστρέψει.
Δεν του ταίριαζε πια.
Το σκοτάδι είχε αρχίσει να τον αγκαλιάζει.
Κι αυτός το δέχτηκε.

Συνέχισε την πορεία του ηττημένος.
Έτσι τσαλαπατημένος και βρώμικος.
Κανείς πλέον δεν πίστευε ότι ήταν άγγελος.

Η ζωή του πλέον δεν είχε καμία αξία χωρίς αυτήν.
Το φως του έσβηνε ολοένα και περισσότερο.
Τα φτερά του από τότε θα ήταν πάντα μαύρα...

Όνειρο ή αλήθεια,
δεν έμαθε κανείς ποτέ...




“Chaos is an angel who fell in love with a demon – Christopher Poindexter”

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Εν λευκώ

Τι θα έκανες αν σου χάριζα για λίγο την καρδιά μου;
Αν ήταν όλη δική σου, να τη διαχειριστείς όπως νομίζεις εσύ καλύτερα.
Αν σ' εξουσιοδοτούσα εν λευκώ να με φτάσεις στα άκρα.
Αν αφηνόμουν στο ρίσκο της αγάπης σου.
Πώς θα ήταν τα πράγματα τώρα;
Αν σου έστελνα λευκά όνειρα να βάψεις τους τοίχους τους με τα δικά σου χρώματα.
Ποια θα 'ταν αυτά;
Θα φώτιζαν άραγε τη ζωή μου;
Ή θα μου επέστρεφες όνειρα μουντά και γκρίζα, στραγγισμένα από ζωή;
Αν σου έδινα όλη την εξουσία του κόσμου επάνω στην ψυχή μου,
τι θα έκανες;
Θα γινόσουν έρωτας;
Άραγε θα τόλμαγες;
Ή μήπως ζώντας εν λευκώ κι εσύ θα περίμενες επουράνιο σημάδι;

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Αιώνιοι οδοιπόροι

Ο Ν. κοιτούσε επίμονα την κοπέλα στο μπροστινό του κάθισμα. Για την ακρίβεια, το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν ο κότσος στα μαλλιά της. Ένας μικρός, πεταχτός, ολοστρόγγυλος κότσος. Για λίγη ώρα το κέντρο της ύπαρξης του ήταν αυτός ο αναιδής κότσος. Κι εκείνος, λες κι ήταν ζωντανός, λες κι είχε φυσική -και ψυχική- υπόσταση, τον κοιτούσε κι αυτός. Με θράσος ορθωνόταν μπροστά του -μόνο αυτός ξεχώριζε πάνω απ' την πλάτη του καθίσματος. Κάθε φορά που αναπηδούσε το λεωφορείο, τραμπαλιζόταν κι εκείνος μπροστά του με αγένεια. Για κάποια αδιόρατη αιτία τον εκνεύριζε αφάνταστα. Αυτή η μικρή, ζωηρή τριχόμπαλα του επέβαλλε περιπαικτικά την παρουσία της. Μια δύναμη μέσα του τον διέταζε να τον τραβήξει. Το χέρι του μυρμήγκιαζε ολόκληρο από εκείνη την αφόρητη ώθηση -να το απλώσει και να τραβήξει τον κότσο. Και η ατίθαση σφαίρα να του βγάζει ειρωνικά τη γλώσσα. Χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, για μια ολόκληρη ώρα μόνη του σκέψη ήταν να διαλύσει το αντικείμενο της -αδικαιολόγητης είναι η αλήθεια- οργής του. Προσπάθησε να καταλάβει για ποιο λόγο είχε αποσπάσει την προσοχή του ο συγκεκριμένος κότσος. Γιατί είχε άραγε μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του; Προς τι αυτή η εμμονή με μια άψυχη μπάλα μαλλιού; Οι παρανοϊκές αυτές σκέψεις ήταν η μοναδική του ασχολία στη διάρκεια αυτού του σύντομου, ήσυχου και -κατά τ άλλα- βαρετού ταξιδιού. Σύντομα το λεωφορείο έφτασε στον προορισμό του, για να πάρει νέους οδοιπόρους. Να αφήσει πίσω του δράματα και να κουβαλήσει νέες ελπίδες. Ο Ν. ούτε που κατάλαβε πόσο γρήγορα τέλειωσε το ταξίδι. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν εκείνη η ίδια η πηγή του εκνευρισμού του. Σαν ακινητοποιήθηκε το λεωφορείο ο κότσος άρχισε να κινείται και να ορθώνεται απειλητικά μπροστά του. Να ήταν άραγε παραισθήσεις; Τότε πρόσεξε σε ποια άνηκε ο κότσος. Ήταν μια μικροσκοπική κοπέλα, με καστανόξανθα μαλλιά και λαμπερά πράσινα μάτια. Τα έχασε. Ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε αντικρίσει ποτέ! Η κοπέλα, ωστόσο, ούτε που τον είδε. Χωρίς να του ρίξει ούτε μια ματιά, διέσχισε το στενό διάδρομο του λεωφορείου. Ο μικρός κότσος έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και κατόπιν άρχισε να εξαφανίζεται με μικρά, σχεδόν χοροπηδηχτά, βήματα. Η ομίχλη στη συνείδηση του ξεδιάλυνε και κατάλαβε τι ακριβώς του προκαλούσε αυτή η καστανόξανθη σφαίρα εξ αρχής. Τον ερέθιζε. Και τώρα αυτοσκοπός του είχε γίνει να τη βρει και να τη γνωρίσει. Να τραβήξει αυτό το μικρό στρογγυλό κότσο και να τον λύσει. Να χαϊδέψει τρυφερά αυτή την καστανόξανθη θάλασσα των μαλλιών της και να μην τη χάσει ποτέ από την αγκαλιά του.

ΠΕΡΙ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Δε μου αρέσουν οι άδειες σελίδες χαρτί. Ποτέ δε μου άρεσαν. Στα μάτια μου φαντάζουν ένας μεγάλος λευκός καμβάς που περιμένει το ζωγράφο του να το γεμίσει. Οι ζωγραφιές μπορεί να είναι με σχέδια, με χρώματα ή...στη δική μου περίπτωση, με γράμματα. Οι δικές μου ζωγραφιές είναι γεμάτες μικρά, ακατάστατα, λίγο τσαπατσούλικα γράμματα. Κι όμως το τελικό αποτέλεσμα έχει μια ομορφιά, παρά την ασχήμια του. Αντικατοπτρίζουν την ψυχή μου. Στις πιο μαύρες στιγμές που περνάει βρίσκει τον τρόπο να ανακαλύπτει την ομορφιά στην ασχήμια. Να γεννά μια μικρή ζωγραφιά. Κι είναι τα συναισθήματα που χρωματίζουν αυτά τα μικρά τσαπατσούλικα γράμματα και τους δίνουν ζωή.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Θεέ μου, εσύ που μου έδωσες την ικανότητα του γραπτού λόγου και ταυτόχρονα αυτό το υπερκινητικό χέρι που όλο γράφει -σχεδόν ψυχαναγκαστικά- και το μυαλό που ταξιδεύει αλλού κι όλο γεννάει ιστορίες, τόσο δυνατές που σχεδόν τις ζω κι εγώ όταν τις φαντάζομαι, πες μου... Προς τι όλα αυτά;

Μήπως υπάρχει κάτι στον ορίζοντα που εγώ δεν βλέπω;

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Επίγραμμα στη βροχή

Η σκέψη μου επαναστατεί
άγρια και όμορφη με τον τρόπο της.
Άλλα της ζήτησα να κάνει
κι άλλα έγιναν.
Ένα ελεγείο θέλησα να γράψω
για εκείνο το υδάτινο θαύμα
που με αναίδεια χτυπά το παράθυρο μου
και στοιχειώνει τα όνειρα μου.
Είπα πως θα 'ταν εύκολο
-η μούσα δε μου χαμογέλασε.
Κι εγώ εδώ, ξημέρωμα
μαλώνω με τις λέξεις.
Για εκείνη την έμπνευση που δε θέλησε να έρθει.
Για τη φαντασία που τώρα τελευταία καταδικάζω σε θάνατο...