Είναι βραδιές που -σαν μικρό παιδί που κάνει αταξία- γλιστρώ αθόρυβα στο μπαλκόνι μου. Κάθομαι ήσυχα και “παραμονεύω”. Με εγκαρτέρηση περιμένω εκείνους τους λιγοστούς περαστικούς του δρόμου. Κι όταν -ω τι χαρά!- εμφανιστούν(για να εξαφανιστούν λίγα λεπτά αργότερα σε μια στροφή), η φαντασία μου ξυπνά. Και -σαν να έγινα πάλι για λίγο παιδί- σκαρφίζομαι ιστορίες: για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους. Ζυγίζω το περπάτημα τους, αφουγκράζομαι τα λόγια τους, παρατηρώ τα ρούχα τους. Σκέφτομαι πως έγιναν έτσι όπως είναι τώρα, τι ακριβώς σχημάτισε το είναι τους. Ζωγραφίζω στο μυαλό μου την ψυχοσύνθεση τους. Αφήνω την φαντασία μου να καλπάσει. Σε άλλους δίνω σούπερ δυνάμεις, σ' άλλους τραγωδίες. Κάποιους τους φαντάζομαι απατημένους, άλλους άπιστους. Οι περισσότεροι θα πάθαιναν σοκ αν ήξεραν τι σκέφτομαι γι' αυτούς. Αλλά αυτό είναι το παιχνίδι μου. Και πρέπει να ομολογήσω ότι μου αρέσει να διηγούμαι λυπητερές ιστορίες. Μικρές τραγωδίες ζωής. Πολλές φορές ακόμη κι εγώ γελάω με ...