Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ


Όχι ρε φίλε, πάλι Δευτέρα, έχει καταντήσει αηδία... Φεύγουνε οι μέρες, πετούν και χάνονται κι εσύ κολλημένος, θαρρείς, στην ίδια θέση, ακινητοποιημένος από ένα ξόρκι -ή κατάρα;- να παρατηρείς τη ζωή να τρέχει. Να κυλάει σαν χείμαρρος· πηγαίος, ασταμάτητος, σαρωτικός. Για όλους εκτός από σένα. Εσύ. Υπόδουλος της φενάκης του γυαλιού. Ανίκανος να κάνεις βήμα μπρος ή πίσω. Αειθαλής ηδονοβλεψίας παγιδευμένος σ' έναν αντικατοπτρισμό ζωής, να παρακολουθείς το "εκεί" γιατί το "εδώ" δεν έχει πια κανένα ενδιαφέρον. Σαν τη γριά στο παράθυρο ένα πράγμα. 

Έχει και τη γοητεία του το γυαλί. Οι άνθρωποι μοιάζουν ποιητικά απόμακροι και όμορφοι, σαν τους κοιτάς κρυμμένος πίσω από τη διάφανη ασπίδα σου. Χαμένοι στις σκέψεις τους, δε σε βλέπουν. Κι ούτε θες. Σου αρέσει απλώς να τους παρατηρείς· να σκαρφίζεσαι ιστορίες για εξαθλιωμένες πριγκίπισσες, δράκους που έχουν στερέψει από φωτιά και ιππότες σε μεταλλικά άλογα. Πριγκίπισσες γυμνές, μακριά από το σπίτι τους και την ασφάλεια του μητρικού χαδιού, με την πλάτη γεμάτη αμυχές και μια τραγωδία ζωγραφισμένη στο βλέμμα τους. Ιππότες που ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα με καυσαέρια, κυνηγώντας πάντα το βασιλιά κτηνώδη έρωτα. Σκυφτοί διαβάτες που περπατούν γρήγορα μπροστά από το τζάμι σου, καθώς εσύ αναρωτιέσαι μήπως πέρασε από μπροστά σου κάποιος ποιητής. Στα μάτια σου λιλιπούτεια μυρμήγκια-εργάτες, στο έλεος της βασιλομήτωρος πατρίδας. 

Κι εσύ γίνεσαι ο σκωπτικός παντογνώστης, μεγαλοδύναμος και υπέρτατος, στον τσιμεντένιο θρόνο του ορόφου σου. Να κοιτάς τις μίζερες ζωές αφ' υψηλού και να νομίζεις φευγαλέα ότι εσύ τις διαφεντεύεις. Να σκίζεις προσωρινά το χιτώνιο της θνητότητας σου. Ο παντοκράτωρ Θεός του πεζοδρομίου, των αποτσίγαρων και της βρωμιάς. Μίζερος και θλιβερός όπως οι υπήκοοι σου, τα ανθρωπάκια που δημιούργησες κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν σου. 

Έχει και η εξαθλίωση την ομορφιά της. Είναι η ποίηση που της προσδίδει την αίγλη του αθάνατου και της αϊδίου δόξας. Ξακουστή εις τους αιώνες σαν μοιρολόι θλιβερό και ατέρμονο. Κι ύστερα κι εκείνο, το σύμπλεγμα ανωτερότητας του αγέρωχου βασιλέως, που εξανδραποδίζει ανώνυμους παρείσακτους και υφαρπάζει τη ζωή τους ως λάφυρο. Να τη μεταχειριστεί με αλαζονεία και να την καταποντίσει στα Τάρταρα για τη δική του αναψυχή.

Είναι η φαντασία βάρβαρος λεηλατητής, που συντροφεύει το συγγραφέα τούτες τις μοναχικές ώρες του ξημερώματος. Σαν σειρήνα γητεύει και εκμαυλίζει, θυσιάζοντας διερχόμενες ζωές για λίγες λέξεις. Λέξεις... Εθισμός, ζωή και θάνατος σε τούτα τα συνυφασμένα σύμβολα που ο άνθρωπος ονόμασε αλφάβητο, βαφτίζοντας σε μαργαριταρένια κολυμβήθρα το άλφα ως αρχή και γέννηση και το ωμέγα τέλος και αδάμαστος θάνατος.

Είναι η σημερινή καλημέρα παράδοξη, σαν τη θολούρα του μυαλού μου. Ο συγγραφέας μέσα μου θεόπεμπτος μεσσίας, οιηματίας πάντα ο ανανήψας εξαρτημένος, αποπροσανατολισμένος ξανά σε μια φάτα μοργκάνα που κυκλώνει την ύπαρξη του, υποσχόμενη τη θεία σωτηρία από τα δεινά της αλγεινής πραγματικότητας. Η συγγραφή γίνεται μέσο διαφυγής, οι λέξεις στα πόδια μου φτερά· επουράνιο δώρο να εναποθέτεις νεφέλες στο χαρτί. 

Με τούτες τις δαιδαλώδεις σκέψεις σας καλημερίζω, καθώς το νου μου κυκλώνει η σκέψη της ζωής και του θανατου· μακάβριο, ίσως, συνακόλουθο της επικαιρότητας. Αποδημία εις το σκότος. Οικεία χώρα του μυαλού μου. Οι δαίμονες ξύπνησαν. Οι αδιαφιλονίκητοι κατακτητές επιβάλλουν το ζοφερό τους πραξικόπημα. Κενό. Μια ψυχή προς πώληση ή ενοικίαση.


Δεν ξέρω πώς κατέληξα εδώ... Εγώ για μια συννεφιασμένη Δευτέρα θέλησα να γράψω.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Έπρεπε να επιβιώσω. Και για να το καταφέρω αυτό έπρεπε να σκληρύνω. Να γίνει το περίβλημα μου συμπαγές και αδιάτρητο. Ήταν καιρός ν' αρχίσω πια να σκέφτομαι κι εμένα. Από αυτό εξαρτιόταν ολόκληρη η ύπαρξη μου.

Έτσι έγινα ο δοτικός εγωιστής.

Ένα πλάσμα αξιοπερίεργο και σπάνιο. Ένα τρομαγμένο αγρίμι, που κρύβεται όταν οι προβολείς πέσουν επάνω του. Ήμουν πάντοτε εγώ, μα τώρα αγαπούσα τον εαυτό μου. Ή έστω προσπαθούσα.

Έπρεπε. Θα ήμουν νεκρή αλλιώς.

Έκρυψα τις ευαισθησίες μου πίσω από μια ατσάλινη ασπίδα και φόρεσα το προσωπείο της ευτυχίας. Ύψωσα τείχη γύρω μου, να κρατούν τον κόσμο μακριά μου. Ή εμένα μακριά τους; Δεν έπρεπε να τους αφήσω να δουν τους δαίμονες μου.

Καιρός ήταν να φροντίσω και λίγο τον εαυτό μου. Δεν τους επέτρεπα πια να με πληγώσουν.

Όσο κι αν προσπάθησα, ήταν αδύνατον να αφήσω πίσω όλες τις συνήθειες μου. Πώς μπορεί κάποιος να πάψει να νοιάζεται τους ανθρώπους; Έγινα μια ιδιόμορφη οντότητα, ένας χθόνιος θεός με χίλια πρόσωπα.

Έγινα ο δοτικός εγωιστής.

Περιέθαλπα όλα τα σπουργίτια με σπασμένες φτερούγες που έβρισκα στο δρόμο μου. Μα προτεραιότητα ήμουν πάντοτε εγώ και η επιβίωση μου.

Έπρεπε να συνεχίσω να μάχομαι. Να συνεχίσω να αναπνέω.

Μίσησα τους ανθρώπους, μα δεν κατάφερα να σταματήσω να τους αγαπώ.

Στο βασίλειο των Σκιών, που πλέον διαφεντεύω, θα βρεις κάθε λογής τραυματισμένο πλάσμα. Ακρωτηριασμένες ψυχές, έκπτωτους αγγέλους, αποκαΐδια ύπαρξης..

Όλοι προσπαθούμε να σκοτώσουμε τον άνθρωπο, για να ζήσει ο ίσκιος μας. Η ανθρωπιά είναι δηλητήριο, αλλά εμείς είμαστε αμετάκλητα εθισμένοι σε αυτή. Τρεφόμαστε από τον ίδιο μας τον πόνο.

Μάθαμε να ζούμε στο σκοτάδι και τώρα πονάνε τα μάτια μας στο φως.

Αν κάποτε ο δρόμος σου σε βγάλει κατά εδώ, να ξέρεις θα σε διώξω. Δε θέλω να σε μολύνω με τη δυστυχία μου. Δε θέλω να προσθέσεις συντρίμμια και μπάζα στο φορτίο μου.

Είμαι εγωιστής κατά αυτόν τρόπο, να προφυλάσσω εμένα κρατώντας κι εσένα ασφαλή.

Αν προσπαθήσεις να με πληγώσεις, θα βρεις μπροστά σου ένα τέρας. Θα αντικρίσεις τη ζοφερή ψυχή του δαίμονα. Έναν εγωιστή ψυχρό, σκληρό και άκαμπτο. Ήταν λάθος σου να ανοίξεις την πόρτα του βασιλείου των Σκιών.

Σαν, όμως, σε ξεβράσουν τα κύματα μισοπνιγμένο εμπρός μου, να είσαι σίγουρος ότι θα θέσω την καραβοτσακισμένη σου καρδιά υπό την προστασία μου.

Δεν έμαθα ποτέ πώς να γίνω εγωιστής. Ήξερα μόνο να κόβω κομμάτια από τη σάρκα μου και να τα χαρίζω απλόχερα. Ώσπου έμεινα μισή. Σκόρπισα τα κομμάτια μου σε παραλήπτες αχάριστους που δεν μου έδωσαν τίποτε σε αντάλλαγμα. Αντίθετα, βρήκαν την ακρωτηριασμένη μου ύπαρξη αποκρουστική και την εγκατέλειψαν να αργοπεθαίνει στις σκιές.

Οι ίδιοι μου οι δαίμονες με έσωσαν. Ήμασταν όλοι τέρατα στο βασίλειο των Σκιών. Κι ήμασταν όλοι φίλοι.

Κι εκείνοι μου έμαθαν να αναπνέω πάλι. Μόνο που δεν εισέπνευσα οξυγόνο ξανά. Ζούσα πλέον με σκοτάδι και νύχτα.

Μα έστω κι έτσι ανέπνευσα. Αποφάσισα να ζήσω.

Τότε έγινα ο δοτικός εγωιστής.
Ήταν ζήτημα επιβίωσης.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Κύκνειο άσμα

Προτού το νήμα κόψω
Το στερνό
Κι αντίο ζωγραφίσει
Στα νέφη
Η πνοή μου.
Παγωμένη και
ιπτάμενη
Το δημιουργό της να βρει γυρεύει
Σε θρόνους και θρήνους
Στο τέλος της ζωής μου
Σαν θα φτάσω
Αναπόδραστα
Ηττημένη
Απ'τη τη θνητή μου σάρκα
Και τον βασιλιά θάνατο.
Πριν εξαϋλωθώ
-Χους εις χουν-
Και σκορπιστω στον άνεμο.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Σκέψεις εν ώρα σιωπής

Πέντε αισθήσεις
ατελείς
και περιορισμένες.

Σου δίνουν το μέσο
να γνωρίσεις όλο τον κόσμο
και ταυτόχρονα
σε δένουν
με νοερά σχοινιά
στο φθαρτό σου σώμα.

Απελπιστικά θνητό
και μονοδιάστατο.
Γέφυρα και τείχος την ίδια στιγμή.

Ανυπότακτη φαντασία·
τέμνεται
και ταξιδεύει.
Ρευστή κοιλάδα συγκινήσεων.

Και ο νους, η λογική,
ο ψυχρός τοκογλύφος
που επιτοκίζει επιθυμίες
και συναισθήματα
μεταμορφώνεται σε
άκαμπτη τροχοπέδη
που ξαφνικά
χάνει τη δύναμή της.

Το συμπαγές σώμα διαλύεται
κι εκατοντάδες μόρια πετούν
στο άπειρο, στο αιώνιο, το αειθαλές, το ατέλειωτο.

(25 Αυγούστου 2015)

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ

Στις νύχτες, στους άδειους ουρανούς,
σε φεγγαρόλουστες ακτές.
Πρώτη φορά και τελευταία.
Σαν από πάντοτε οικεία.
Ψέμα γλυκό
σαν δηλητήριο το πίνω.
Ιουλιέτες κι άλλες για να συναντήσω.
Μικρή καρδιά
άδεια αγκαλιά
ναυαγισμένο πλοίο.
Νύχτα γραφής
νύχτα σιωπής
μοναχικές οι νύχτες.
Πόθοι και μυστικά
ανομολόγητες σκέψεις.
Άστρα δίχως όνομα
ήλιοι δίχως φως
στόμα χωρίς φωνή
σώμα δίχως πνοή.
Σκοτάδι.

(25 Αυγούστου 2015)

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

25 Αυγούστου 2015

Έρεβος

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΑΙΣΙΟΔΟΞΑ.
Κάτι με εμποδίζει να συνθέσω ένα κολλάζ χαρούμενων λέξεων. Δεν μου ταιριάζει το happy end.
Τα γραπτά μου είναι σκοτεινά και επώδυνα. Η ευτυχία δεν τους πρέπει.
Μα εγώ δεν ήμουν πάντοτε καταραμένος ποιητής.
Τι άλλαξε;
Νιώθω δυστυχισμένη; Όχι ιδιαίτερα. Όχι περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Νιώθω ευτυχισμένη; Ναι, κάποιες στιγμές τη ζωή μου χρωματίζει ειλικρινής ευτυχία. Όπως όλοι.
Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, με συνηθισμένες στιγμές, συνηθισμένες λέξεις και πράξεις.

Συνήθεια... Οκτώ γράμματα, τέσσερις συλλαβές, τονισμένη στην προπαραλήγουσα. Σύνθετη λέξη. Ένα "συν" που υπερτονίζει και πολλαπλασιάζει το έθος. Ένας υπέρ του δέοντος εθισμός σε μια πραγματικότητα άδεια. Κενό.

Προ δύο και κάτι χιλιετιών, ο Αριστοτέλης έγραψε ότι αρετή είναι το μέσον ανάμεσα σε δύο υπερβολές. Τότε γιατί το ενδιάμεσο μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας φαντάζει τόσο άσκοπο και θλιβερό; Γιατί φαντάζει υπερβολή και όχι μέση;
Η συνήθεια με κάνει να αισθάνομαι ανούσια κι ελαττωματική. Ένας ατελής άνθρωπος, με αδυναμίες που τον κρατούν σιδηροδέσμιο σε μια ζωή που δεν διάλεξε. Είναι, άραγε, η συνήθεια δυστυχία; Είναι σκλαβιά; Είναι κελί και ατσάλινες χειροπέδες;
Ή μήπως εγώ την αντιλαμβάνομαι έτσι, παρασυρμένη από κάποιο ελάττωμα στην κατασκευή μου;
Τι με ωθεί να νιώσω οδυνηρά περιορισμένη, αιχμάλωτη του μυαλού μου;

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

(Απόσπασμα)

« Να 'μαστε πάλι εδώ. Στο ίδιο μπαλκόνι, μόνοι οι δυο μας, μετά από τόσα χρόνια. Τίποτε δεν έχει αλλάξει και τίποτε δεν είναι όπως παλιά... Είμαστε εμείς, αλλά δεν είμαστε πια οι οι ίδιοι.

Όπως αυτό το τσιγάρο. 
Είναι εκείνο το τσιγάρο που άναψα πριν από λίγο. Αποτελείται ακόμη από καπνό κι ένα φιλτράκι και τα τυλίγει το ίδιο τσιγαρόχαρτο. Αλλά δεν είναι το ίδιο τσιγάρο. 
Κάποιος πήρε έναν αναπτήρα και του έβαλε φωτιά. Κάποιος το κάπνισε και το άφησε μισό. Και αυτός ο κάποιος σε λίγο θα το σβήσει και θα το πετάξει μέσα σ' ένα τασάκι γεμάτο γόπες και αποτσίγαρα. Κι όμως, αυτό μισοκαμένο περιμένει στωικά την επικείμενη καταστροφή του.

Ήμουν κι εγώ κάποτε ένα τσιγάρο, το δικό σου τσιγάρο. Μ' έφερες στα χείλη σου και σαν αναπτήρας έβαλες φωτιά στη ζωή μου. Κι εγώ σε άφησα να με καπνίσεις και να με πετάξεις. Γιατί πίστεψα ότι μου άξιζε. Γιατί πίστεψα ότι σκοπός μου σε αυτό τον κόσμο ήταν να σου δοθώ για να με καπνίσεις. Νόμιζα ότι τα τσιγάρα ανήκουν δικαιωματικά στους αναπτήρες που τα ανάβουν.


Μη με παρεξηγείς. Η φωτιά σου μ' έκανε να νιώσω πιο ζωντανή από ποτέ. Χαίρομαι που με κάπνισες. Μόνο που, να... 
Εσύ κάποια στιγμή βαρέθηκες το συγκεκριμένο τσιγάρο και το παράτησες μέσα στο τασάκι. Το άφησες να σβήσει από μόνο του. Κι εγώ απόμεινα μισοκαμένη να περιμένω εναγωνίως πότε θα με ξαναπιάσεις.

Πάλεψα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν με χρησιμοποίησες. Ότι δε με πέταξες αβασάνιστα μόλις τελείωσες μαζί μου. Ότι δεν ήμουν ένα τσιγάρο δανεικό όταν δινόμουν σε άλλους. Πάλεψα να τους πείσω ότι δεν κάπνιζαν ένα μεταχειρισμένο τσιγάρο.
Τα κατάφερα. Ελάχιστοι μόνο διέκριναν το καψάλισμενο μου φίλτρο. Σχεδόν πίστεψα ότι ήμουν ολοκαίνουργια, ανέπαφη.


Μα έλα που στέκομαι ξανά δίπλα σου και μοιάζει σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε. Είμαι ακόμη εκείνο το καμένο τσιγάρο. Είμαι μισή και η έλλειψη μου είσαι εσύ. 
Περιμένω ακόμη να μου ανάψεις φωτιά και να τελειώσεις αυτό που άρχισες τότε. Από τη μια ποθώ τη λύτρωση κι από την άλλη τρέμω στην ιδέα πως θα με σβήσεις κι εμένα άτσαλα στο τασάκι. Θέλω τα πάντα και τίποτα. Και τα θέλω μαζί σου. 

Αυτός ο πόλεμος που εκτυλίσσεται στο μυαλό μου με αποσυντονίζει. Με μπερδεύει.
Δεν ξέρω πώς να σε κοιτάξω, τι να σου πω. Νιώθω ότι δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος που με κάπνισε πριν από χρόνια. Ούτε εγώ είμαι η ίδια. 
Γιατί, όμως, όλα τα νιώθω τόσο οικεία και απαράλλαχτα; »

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ανέκφραστη Μαριονέτα

Εκείνη τη μέρα μου μίλησε ο καθρέφτης. 

Κοίταξα το μαύρο ρυάκι που αυλάκωνε το μάγουλό μου. «Πρέπει να βγάλουν επιτέλους μια μάσκαρα 'όχι πια δάκρυα'», σκέφτηκα, και με μια αποφασιστική κίνηση έσβησα από το πρόσωπό μου το θρασύ δάκρυ, το κρυφό συναίσθημα που δεν κατάφερα να συγκρατήσω.

Φόρεσα τη μάσκα μου ξανά. Έγινα πάλι εκείνη η ανέκφραστη μαριονέτα.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: αυτοί που κλείνουν τις κουρτίνες κι εκείνοι που τις αφήνουν ανοιχτές. Η απλή αυτή κίνηση μπορεί να φανερώσει πολλά για το χαρακτήρα κάποιου. 

Γιατί είναι τόσο διαφορετικός αυτός που σπεύδει να κλείσει τις κουρτίνες του; Μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα -δεν έχει καμία σχέση με την ατιμία, την ανηθικότητα ή το ψέμα. 

Η διαφορά έγκειται στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον έξω κόσμο. 

Οι άνθρωποι δεν κλείνουν τις κουρτίνες για να κρύψουν κάτι επαίσχυντο από τη δημόσια θέα. Τις κλείνουν για να κρυφτούν οι ίδιοι. Να μην βλέπουν κανέναν και να μην τους βλέπει κανείς. Να μην αντικρίζουν τη σκληρή πραγματικότητα. 

Η κουρτίνα είναι μια μεταφορά.
Είναι ένα τείχος. Κρατάει μακριά τον πόνο, τα τέρατα της αστικής ζούγκλας. Όλα όσα φοβάσαι να αντιμετωπίσεις. Όπως δεν αποκαλύπτεις σε κανέναν το τι σε βασανίζε, έτσι αποκρύπτεις και τη βασανισμένη σου φιγούρα. Νιώθεις ασφάλεια. 
Είσαι μόνο εσύ και η κουρτίνα σου. 

Κι οι δαίμονες σου -γνωρίζεστε καλά πλέον. Έχεις μάθει να μην τους φοβάσαι, τους έχεις αποδεχτεί. Αλλά ο έξω κόσμος; Όχι. Δεν μπορείς να τους αφήσεις να δουν τους δαίμονές σου. Δεν θα καταλάβουν. Μπορεί να κατηγορήσουν εσένα που έφερες αυτά τα τέρατα στον κόσμο τους. Που έγινες κι εσύ ένα από αυτά. 
Καλύτερα να μην βλέπουν. Να μην μολυνθεί η δική τους ευτυχία. Είσαστε όλοι πιο ασφαλείς έτσι. 

Μόνο που καμιά φορά ξεγελιέσαι από την ασφάλεια που σου προσφέρει η κουρτίνα σου και ξεχνάς ότι είσαι φυλακισμένος του ίδιου του εαυτού σου...

Γένος Ανυπεράσπιστο

Γεννήθηκα χωρίς να με ρωτήσουν.
Επάγγελμα, γυναίκα·
μητέρα, ζωή.
Μαλλιά και μάτια καστανά
κι ένα σώμα που δεν μου άνηκε ποτέ.

Σε αυτήν την ύπαρξη
χρέωσαν αμαρτία και ψευτιά.
Καταδικασμένη να σέρνω
το φορτίο της μοίρας.
Με βήματα βαριά να παραδώσω
τη σκυτάλη
στην επόμενη
σαν φτάσω στο τέλος της ζωής μου.

Αιχμάλωτη σε μια ζωή που δεν διάλεξα.
Αδικημένη·
πάντα
και παντού.
Αόρατη στο πλήθος.
Μόνη στη ζωή.
Βυθίζομαι...

Ατελέσφορες προσπάθειες
να αναδυθώ από το έρεβος
της γυναικείας ύπαρξης.
να αναστηθώ από τις στάχτες μου.
να εισπνεύσω τον άνεμο της αλλαγής.

Ικμάδες ζωής
γλιστρούν
από τα χέρια μου·
και χάνονται...
Περνώ στη λήθη.

Η αιωνιότητα θέλησε να γίνω αυτό που πάντα μισούσα:
γένος ανυπεράσπιστο.

Αγάπης Συνθήματα

Επειδή σ' αγαπώ
θα γράψω γράμμα στο φεγγάρι.
Επειδή σ' αγαπώ
θα το ψιθυρίσω στα άστρα.

Θα στείλω πουλιά,
αγγελιοφόρους της αγάπης μου,
να στο κελαηδήσουν γλυκά
την ώρα που ο ήλιος
θα χρωματίζει την πλάση
κόκκινη.

    ***

Επειδή μ' αγαπάς
θα το φωνάξω στα κύματα.
Επειδή μ' αγαπάς
θα το μαρτυρήσω στον άνεμο.

Σε γαλάζιες ακρογιαλιές
θα ζωγραφίσω τα μάτια σου.
Να τα παρασύρει η θάλασσα
και να σε ταξιδεύει
εκεί που
πάντα
θα σε περιμένω.

    ***

Μα η στιγμή τελειώνει
κι εμείς,
αγάπη μου,
δεν θα είμαστε για πάντα μαζί.

Ρυάκια και δρόμοι
θα γίνουν σύνορα
γεμάτα αγκάθια
να μας κρατούν μακριά
τον ένα από τον άλλον.

    ***

Σώπασε·
κοίταξε δίπλα σου.

Δεν θα 'σαι μόνος ποτέ.

Μια σκιά,
η σκέψη μου,
θα σε ακολουθεί.

Θα γίνει το ζωντανό σου όνειρο
γιατί θα 'σαι κι εσύ το δικό της.

(Απόσπασμα)

« Είναι εύκολο να γοητεύσεις κάποιον αγγίζοντας τον. 
Η πρώτη επαφή έχει μια ανεξήγητη μαγεία. Ρίγη κατακλύζουν το κορμί σου, καθώς τα ερωτικά μηνύματα ταξιδεύουν μέσα από τους νευρώνες με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τρέχουν να κατακτήσουν το μυαλό σου, την καρδιά σου.  
Πλημμυρίζεις από επιθυμία. Το δέρμα σου και το δέρμα του ερωτοτροπούν και πριν το καταλάβεις η σαρκική έλξη είναι ισχυρότερη από τη βαρύτητα.  
Όχι, όχι έτσι. Δε θέλω τα εύκολα.  
Το μεγάλο στοίχημα είναι να τον κερδίσω από εδώ που κάθομαι. Ανέπαφα.
Χωρίς να τον σφραγίσω με τα δακτυλικά μου αποτυπώματα. »

Το συγκεκριμένο απόσπασμα ήταν μια έμπνευση της στιγμής, που με συνεπήρε ένα ψυχρό απόγευμα του φετινού χειμώνα. Είναι ένα από τα πολλά αποσπάσματα που γράφω έτσι, χωρίς να γνωρίζω σε ποια απ' τις πολλές ιστορίες -με τις οποίες καταπιάνομαι ανά διαστήματα- θα μπορούσε να "κουμπώσει". Το ταίριασμα γίνεται μονάχα πολύ αργότερα, όταν μια άλλη έμπνευση γεννά μια ανάγκη για κάποιο μονόλογο ή κάποια "ιδιαίτερη" φράση, καταλήγοντας έτσι να ψάχνω τα "drafts" που έχω καταχωνιάσει στα post it του laptop μου και τα οποία περιμένουν καρτερικά τη στιγμή της αξιοποίησής τους. 
Γιατί επέλεξα να δημοσιεύσω έτσι, ανώνυμο, έναν από τους "παραμένοντες" τη λίστας αναμονής; Δε γνωρίζω ούτε κι εγώ να σας πω την αιτία αυτής μου της παρόρμησης. Απλά κάτι μέσα μου μ' έσπρωξε να το κάνω. Όσο για το σε ποια ιστορία θα καταλήξει; Ας πούμε ότι έχω καταφέρει να περιορίσω τους υποψηφίους σε δύο(θέλω να ελπίζω). Θα δούμε. 
Εγώ ό,τι μου πει η Μούσα μου κάνω. 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

Τα πρώτα πέντε λεπτά

Η ζωή αξίζει για πέντε λεπτά μονάχα... Για εκείνο το μαγικό πεντάλεπτο, μόλις ξυπνάς μετά από ένα όμορφο όνειρο. Εκείνες τις πολύτιμες στιγμές που δεν έχεις ξεχωρίσει ακόμη τι είναι πραγματικότητα και τι φαντασία.

Αγαπώ ιδιαίτερα τις νύχτες όταν στον ύπνο μου με επισκέπτονται άνθρωποι που δεν βρίσκονται στη ζωή μου πια. Λατρεύω εκείνο το πρωινό ξύπνημα με θρησκευτική ευλάβεια. Εκείνα τα πρώτα πέντε λεπτά, την ουτοπία του αγουροξυπνημένου νου. Τη μακαριότητα της άγνοιας. Το μαγικό μεταίχμιο ανάμεσα στον κόσμο των ονείρων και τη ζοφερή πραγματικότητα, την πικρή αλήθεια που πρέπει ν' αντιμετωπίσεις. Εκείνο το πεντάλεπτο που όλα ακόμη φαντάζουν πιθανά. 
Το στιγμιότυπο κατά το οποίο νιώθεις την παρουσία τους ακόμη στη ζωή σου.

«Είναι ακόμη εδώ, όλα καλά, δεν είμαι δυστυχισμένη, όχι...»
Μα μέχρι να σκεφτείς τις λιγοστές τούτες λέξεις είναι αργά. Η λογική έχει μπει σε λειτουργία ξανά. Η αλήθεια χαρακώνει το νου σου πάλι αλύπητα· είναι το καθημερινό σας τελετουργικό. Η οπτασία διαλύεται, η απουσία εδραιώνεται. Μόνη. Ξανά. Για πάντα.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Με τον καιρό κατάλαβα γιατί οι γυναίκες αφήνουμε -μαζοχιστικά σχεδόν- τα ψηλοτάκουνα παπούτσια να μας βασανίζουν ανελέητα. 

Δεν είναι εκείνοι οι λίγοι πόντοι ύψους που κερδίζεις, όχι. 
Είναι κάτι πιο βαθύ. 

Είναι εκείνο το συναίσθημα που σε πλημμυρίζει μόλις σκαρφαλώσεις στα ψηλοτάκουνα σου. Η αίσθηση ότι βρίσκεσαι στην κορυφή του κόσμου, ότι μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. 
Σε αλλάζει ολοκληρωτικά. 

Πολύ περισσότερο από το κορμί σου, τα ψηλοτάκουνα ανυψώνουν το ηθικό σου.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

06/08/14
22:40

Άδειες σκέψεις, άδειες στιγμές...
Γράφοντας απλά για να γράψω. Σύντροφός μου η καταιγίδα, γι' ακόμη μία φορά. Σε λίγες ώρες ξημερώνουν τα γενέθλια δυο αγαπημένων μου προσώπων -ειρωνεία της τύχης ότι μοιράζονται και το ίδιο όνομα.
Ένα γλυκόπικρο χαμόγελο χαράσσει τα χείλη μου. Για κάποιο -ανεξήγητο; όχι και τόσο- λόγο μοιάζουν με απειλή τα γενέθλια αυτήν την περίοδο, την περίοδο που η δική μου ζωή απέμεινε παγωμένη, στην αναμονή ενός ατελείωτου τηλεφωνήματος με το Μέλλον. Και τα γενέθλια εκεί, φτάνουν πάντα έγκαιρα στο ραντεβού τους, να μου φωνάζουν την έλλειψη, να μου υπενθυμίζουν ότι ο χρόνος κυλά ασταμάτητα, απρόσκοπτα, ανελέητα... Ότι μόνη, εγώ, είμαι παγωμένη, εγκλωβισμένη στην ακινησία της δικής μου ζωής. Ότι οι άλλοι μοναχά -κι όχι εγώ- κινούνται μπροστά, αγγίζουν το Πεπρωμένο, όσο εγώ παλεύω να ξεφύγω απ' την κινούμενη άμμο.

Το φεγγάρι πάντα εκεί· δεν το βλέπω, το νιώθω. Κρυμμένο πίσω από το ηλεκτρισμένο νέφος της καταιγίδας, με παρατηρεί σκωπτικά. Παρόν σε άλλη μια νύχτα συγγραφικής αυτοταπείνωσης, απόκρυφος συνένοχος στο ράπισμα στο οποίο υποβάλλω τον εαυτό μου με τις λέξεις μου. Βλέπει αυτά που βλέπω,νιώθει αυτά που νιώθω. 
Μέθεξη συντελείται ξανά ανάμεσά μας.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

La vie en rose...

Ζωή σαν τριαντάφυλλο
θα έπρεπε να ήταν το όνομα της αγάπης.

Σε χαϊδεύει με το άνθος της.
Σε ραπίζει με αγκάθια.

Γλυκιά και πικρή
ταυτόχρονα.

Όνειρο απατηλό.
Οπτασία
για λίγους.
Φως·
και σκοτάδι συχνά...

Μα η στιγμή εκείνη
η μαγική·
η στιγμή που η αγάπη
σε ραίνει
με ροδοπέταλα.

Εκείνη μονάχα η στιγμή
αξίζει για όλα όσα πέρασες.
Ξεχνάς τα πάντα.
Μοιάζει
εκείνη η στιγμή
σαν να διαρκεί
μία αιωνιότητα.

Αφήνεσαι να σε τυλίξει
η γλυκιά ευωδία
του ρόδου.

Ξεχνάς ότι θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου στα αγκάθια...

Ρέκβιεμ για έναν έρωτα

Στις νύχτες με τη μαγική θέα
και στα άδεια μπαλκόνια.

Στις σκιές του δρόμου
και σ' εκείνο το ραγισμένο μάρμαρο.

Στα φύλλα που χορεύουν απαλά
με το άγγιγμα του ανέμου.

Και στο φεγγάρι·
το λάβαρο του ανυπεράσπιστου έρωτα.

    ***

Μισή αλήθεια
κερνάει η νύχτα απόψε...

Ίσως και να 'ναι ο έρωτας.
Κατατρεγμένος, αποδιωγμένος, ερημωμένος.

    ***

Κρύο στην ψυχή
και στο σώμα.

Μεγάλες ώρες και μεγάλες στιγμές
-πού χάθηκε το όνειρο απόψε;

    ***

Ρυάκι κόκκινο
βαμμένο με αίμα
ενός έρωτα που ξεψύχησε
από το δηλητηριασμένο, εκείνο, βέλος...

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Πες μου ένα παραμύθι πριν φύγεις...



Θυμάσαι τότε που ξαπλώσαμε στο ίδιο κρεβάτι; Χωρίς σεξ, χωρίς παθιασμένα φιλιά, κλέβοντας πεταχτά βλέμματα ο ένας μέσα απ' τα μάτια του άλλου. Μερικές φορές είναι ωραίο απλά να ξαπλώνεις, χωρίς λόγια, χωρίς πράξεις, χωρίς προσδοκίες. Να πλαγιάζεις δίπλα σ' ένα ζεστό κορμί και να ονειρεύεστε μαζί. Απλά να απολαμβάνεις την οικειότητα της στιγμής.

Όλοι αναζητούμε ρανίδες συντροφικότητας, κανείς δεν το παραδέχεται. Ποτέ. Καρτερούμε στις σκιές, αθέατοι, περιμένοντας τον επόμενο διαβάτη που θα περάσει για λίγο από τη ζωή μας. Δε ζητάμε και δεν δινόμαστε. Αντικατοπτρισμοί ύπαρξης, άπιαστα αερικά. Καπνός. Άνθρωποι μόνοι.

Ξαπλώναμε ο ένας δίπλα στον άλλον σιωπηλοί, λες και οι λέξεις ήταν μάγια σκοτεινά, που κρέμονταν πάνω από τα κεφάλια μας απειλώντας να μιάνουν τη μέθεξη που συντελούνταν στις ψυχές μας. Ο χτύπος του ρολογιού έκοβε την αιθέρια σιγή στα δύο, υπενθυμίζοντάς μας το χρόνο που τρέχει, τρέχει συνεχώς, δεν περιμένει κανέναν και πίσω ποτέ δε γυρνά για αργοπορημένους επιβάτες.

***

Πολλές φορές προσπάθησαν οι άνθρωποι να νικήσουν το χρόνο. Εφηύραν ρολόγια και προσπάθησαν να τα κάνουν να κυλήσουν κατά το δοκούν, με την ταχύτητα που εκείνοι επιθυμούσαν. Μάταια... Ό,τι κι αν έκαναν, όσες φορές κι αν γύριζαν τους ωροδείκτες πίσω, ο χρόνος δεν σταματούσε. Οι μέρες, οι μήνες, οι εποχές... Όλα περνούσαν μπρος από τα μάτια τους. Κι όσα ονόματα κι αν του άλλαξαν, ο χρόνος δεν γελάστηκε. Γιατί το πιο αλάνθαστο ρολόι ήταν τα κορμιά τους. Εκείνα τα φθαρτά κορμιά που πάλευαν να ξεφύγουν από τη θνητή τους φύση, που πάλευαν ν' αγγίξουν την αιωνιότητα. Ο χρόνος τα άγγιξε όλα, ένα προς ένα, και παρευθύς έγινε ο αδιαφιλονίκητος θεός του Κάτω Κόσμου.

***

Ήθελα να σου πω ότι ο έρωτας μπορούσε να νικήσει το χρόνο. Πάνω στον ακαταμάχητο έρωτα, τον ακλόνητο κατακτητή, τα θνητά μας κορμιά μπορούν ν' αγγίξουν μια στιγμή αιωνιότητας πριν τα κάψει το έκπαγλο φως των ανώτερων δυνάμεων που αψήφησαν. Ήθελα...
Προσπάθησα, ειλικρινά. Είχα πολλά να σου πω.
Φοβήθηκα. Φοβήθηκα μήπως τον φέρεις μ' έναν αναντίρρητο τρόπο στη ζωή μου. Μήπως δίπλα σου ξεχάσω να ζω μόνη. Την είχα ανάγκη τη μοναξιά μου.

***

Ο χρόνος συνέχιζε πάντα να προχωρά αμείλικτος. Τόσο αργά και τόσο γρήγορα, σε μια παράφρονα ταυτόχρονη πορεία. Αιωνιότητα δευτερολέπτων. Το ατέρμονο μαρτύριο της σταγόνας. Δεν άντεξαν, στο τέλος, οι άνθρωποι τα βάρβαρα δευτερόλεπτα. Έμαθαν να μετρούν το χρόνο με αναμνήσεις. Έγινε η προσμονή πιο γλυκιά. Ο χρόνος, εντούτοις, δεν έπαψε ποτέ να περνά και να φεύγει για πάντα

Θυμάμαι διάβαζα στα μάτια σου κάθε βράδυ το δικό σου φόβο. Για το θριαμβευτή χρόνο και για τους φόβους σου. Τον αγώνα σου να επικρατήσεις έστω και για μία στιγμή. Συχνά απόρησα, αν ήμουν κι εγώ μία από εκείνες τις προσπάθειες. Μάταια... Ήμασταν μονάχα δυο ψυχές στο πλήθος.

Οι μαχητές της αιωνιότητας δεν παραιτήθηκαν ποτέ. Συμβιβάστηκαν σε μια προσωρινή ανακωχή. Μόνη τους επικράτηση - πες το απέλπιδα αντίδραση- να στέκονται άπρακτοι, ακούγοντας το αδυσώπητο κλικ των δεικτών ενός ρολογιού. Προσπαθούν να εξουσιάσουν το χρόνο αγνοώντας τον. Αργοπίνοντας το νερό της λήθης. Σκοτώνοντας ώρες και τις θνητές ζωές τους μαζί. Περιφρονώντας την ίδια τη θνητότητα τους.

***

Με κράτησες σφιχτά στα δυο σου χέρια, λες και φοβόσουν μη σου φύγω. Γκρέμισα κάθε τοίχο εκείνη τη νύχτα και αφέθηκα στο καθησυχαστικό σου άγγιγμα. Αποκοιμήθηκα στη θαλπωρή της ζεστής αγκαλιάς σου, που σαν απροσπέλαστη ασπίδα με προστάτευε απ' όλους τους εφιάλτες. Εκεί, στην κατευναστική ασφάλεια του στέρνου σου, κρυφάκουσα τους άτακτους χτύπους της καρδιάς σου. Τα χείλη μου, αθόρυβα, ψιθύρισαν κάποιο μυστικό. Ποτέ ξανά δεν είχα νιώσει τόσο κοντά σου. Το μαγικό εκείνο βράδυ, τα όνειρά μας μπερδεύτηκαν και γίνανε ένα.

***

Τι ήμασταν άραγε; Δεν ρώτησα ποτέ, δεν έβαλες ταμπέλες, δεν ενδιέφερε κανέναν απ' τους δύο. Ξέραμε όμως τι δεν ήμασταν. Και τι δεν θέλαμε να γίνουμε. Αποφασίσαμε να απολαύσουμε για λίγο εκείνη την αβάφτιστη ευτυχία, δίχως να τη βεβηλώσουμε με ονόματα και ιδιότητες που δεν της πρέπουν. Κάναμε σημαία τα όσα φοβόμασταν και την κυματίσαμε περήφανα πάνω από τις ζωές μας.

Ζήσαμε για λίγο καιρό έναν έρωτα. Όχι, τώρα που το σκέφτομαι δεν ήταν έρωτας, αλλά, διάολε, ήταν κάτι σαν έρωτας. 

***

Είχα ξαπλώσει πιο κοντά σου από ποτέ. Δεν ήμουν δίπλα σου, είχα τρυπώσει μέσα σου. Είχα αγγίξει την ψυχή σου. Το ένιωσες κι εσύ. Σε περιόρισε σαν ρούχο ξένο, δανεικό. Βιάστηκες να μαζέψεις τις αποσκευές σου, να κυνηγήσεις νέα εφήμερα. 

Τα βήματα σου βάρυναν και ξύπνησα απ' τη λήθη. Είχες πολλές αποσκευές, τώρα πια το έβλεπα. Στους κυρτωμένους ώμους και τα σκοτεινιασμένα σου μάτια διάβασα τα ανείπωτα, που τόσο καιρό, κρυφά απ' όλους, κουβαλούσες. Οι μέρες μας μαζί ήτανε πλέον μετρημένες...

Κάπου, κάποτε, είχες δώσει τα ρέστα σου κι είχες χάσει. Πόνταρες όνειρα, ελπίδες, συναισθήματα και το μόνο που έμεινε ήταν απογοήτευση. Γι' αυτό τώρα τρέχεις. Εγκαταλείπεις την παρτίδα πριν σε εγκαταλείψει εκείνη. Τρέχεις να ξεφύγεις από τα βρόχια του έρωτα. Δε χρειάζεται να μου εξηγήσεις.

Καταλαβαίνω. Πάντα καταλάβαινα...

***

«Μη φεύγεις ακόμη» ψιθύρισα με σπασμένη φωνή. «Πες μου ακόμη ένα παραμύθι. Γιάτρεψε μου τις πληγές». Κι εσύ με πήρες ξανά στην αγκαλιά σου, το άσυλο της πληγωμένης μου οντότητας. Με άγγιξες με το τρυφερό σου χάδι κι εγώ ανατρίχιασα σύγκορμη. Η καυτή σου ανάσα, σαν βελούδο χάιδευε το πρόσωπό μου. «Μια φορά κι έναν καιρό...» στο άκουσμα της βαριάς σου φωνής ένιωσα ασφάλεια και σου χαμογέλασα. «...ήτανε τρεις πριγκίπισσες, που ήτανε ξακουστές για τις χάρες τους στα πέρατα της οικουμένης. Η πρώτη, η μεγαλύτερη, είχε την πιο όμορφη φωνή του κόσμου. Τόσο μελωδική, που σώπαιναν τα αηδόνια για να ακούσουν το τραγούδι της. Η δεύτερη, ήταν η πιο όμορφη γυναίκα σε όλο το βασίλειο. Τόσο όμορφη που τα λουλούδια άνθιζαν στο πέρασμά της. Είχε κατάξανθα μαλλιά σαν ξωτικό και αλαβάστρινη επιδερμίδα.»

Έκανες μια από τις περίφημες δραματικές σου παύσεις -σου άρεσε να ψαρεύεις από τα μάτια μου την επιβεβαίωση. Σε κοίταξα σαν ανυπόμονο παιδί, λες κι ήσουν ο μαριονετίστας που με τη φωνή του κινούσε τα νήματα της ύπαρξής μου. Χαμογέλασες αυτάρεσκα με το κατόρθωμά σου και συνέχισες «Η πιο σπουδαία, όμως, απ' όλες τις πριγκίπισσες ήταν η τελευταία, η μικρότερη. Δεν είχε μελωδική φωνή, ούτε αψεγάδιαστη ομορφιά. Ήταν μια κοπέλα όπως όλες οι άλλες. Κι αυτό ήταν που την έκανε την πιο ξεχωριστή. Γιατί μέσα σε αυτή τη συνηθισμένη κοπέλα έκαιγε μια άσβεστη φλόγα. Ήταν γενναία και έξυπνη. Δίκαιη και λογική. Πρόθυμη και ανιδιοτελής. Αγαπούσε όλο τον κόσμο και άπλωνε το χέρι της σε κάθε αβοήθητο πλάσμα. Μολαταύτα, κανείς δεν την πρόσεχε. Οι αδερφές της  πάντα θάμπωναν όλους τους υπηκόους με τα οφθαλμοφανή τους χαρίσματα. »

Μου έγνεψες συνωμοτικά και κατάλαβα ότι η ιστορία έμελλε να πάρει νέα τροπή. «Ένα πρωί, ο βασιλιάς πατέρας τους τις κάλεσε στην αίθουσα του θρόνου. Τα νέα ήταν ευχάριστα. Ο πρίγκιπας του γειτονικού βασιλείου είχε έρθει κι είχε ζητήσει μια από τις κόρες του σε γάμο. Οι νεαρές γυναίκες χαμογέλασαν στο άκουσμα αυτού του νέου. Κάθε νεαρή κοπέλα, σε κάθε βασίλειο, ονειρευόταν να γίνει γυναίκα του. "Εμένα θα παντρευτεί πατέρα, έτσι δεν είναι; Άλλωστε προηγούμαι" ρώτησε εναγωνίως η μεγαλύτερη. Όταν ο ηλικιωμένος άντρας δεν απάντησε, πήρε σειρά η μεσαία κόρη. "Μήπως πατέρα είδε εμένα και μ' ερωτεύτηκε;" Ο βασιλιάς κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Άξαφνα στράφηκαν όλοι στην τρίτη πριγκίπισσα. Όλη αυτή την ώρα, η μικρότερη πριγκίπισσα καθόταν σιωπηλή στην άκρη. "Μήπως δεν θες να τον παντρευτείς κόρη μου;" τη ρώτησε στοργικά ο βασιλιάς. "Δεν έχω πρόβλημα πατέρα. Οι αδερφές μου είναι μεγαλύτερες και πιο χαριτωμένες από μένα. Ας γίνουν αυτές ευτυχισμένες, προηγούνται." ψέλλισε διστακτικά. Οι άλλες δυο γυναίκες άρχισαν να μιλάνε ταυτόχρονα και να λογομαχούν για το ποια ήταν πιο άξια να παντρευτεί τον περιζήτητο πρίγκιπα. Ένα βουητό απλώθηκε παντού στην αίθουσα του θρόνου.» 

Τα λόγια σου ήταν γάργαρο νερό, κι εγώ η διψασμένη περιπλανώμενη στην έρημο, που βρήκα επιτέλους μια μικρή όαση δροσιάς. « Ένα νεύμα του βασιλιά ήταν αρκετό για να πάψει κάθε ήχος, ανθρώπινος και μη.» Ανασήκωσα το κεφάλι μου και σε κοίταξα στα μάτια. Ο σαρκασμός ήταν εμφανής στο πρόσωπό μου. Μου άφησες ένα απαλό φιλί στα χείλη. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι σου άρεσε τόσο πολύ όταν σ' ειρωνευόμουν. Συνέχισες ατάραχος τη διήγηση, λες και δεν σε είχα διακόψει καθόλου. « "Ο πρίγκιπας της Πέρα Χώρας μου ανακοίνωσε πως θέλει να ζητήσει μια από τις κόρες μου σε γάμο. Αλλά επειδή δεν σας γνωρίζει, μου ζήτησε να σας βάλω μια δοκιμασία. Όποια περάσει τη δοκιμασία, θα είναι, λέει, άξια να γίνει γυναίκα του." Οι νεαρές κοπέλες κοιτάχτηκαν απορημένες. Ποτέ ξανά δεν είχαν ακούσει τέτοια τρελή ιδέα! "Σε καθεμιά από εσάς θα δοθεί ένα τμήμα του βασιλείου. Θα επισκεφτείτε κάθε γωνιά του τμήματος που σας αναλογεί. Η δοκιμασία θα σας βρει εκεί. Εσείς δεν θα γνωρίζετε τίποτε περισσότερο". Η μικρότερη πριγκίπισσα πήγε να σπάσει πρώτη τη σιωπή. "Στη δοκιμασία θα συμμετέχετε και οι τρεις. Αυτός είναι απαράβατος όρος." απάντησε ο βασιλιάς, σαν να είχε μαντέψει τις σκέψεις της κόρης του.» Ένα κορνάρισμα ακούστηκε από τον αυτοκινητόδρομο και μ' έβγαλε για λίγο από την ύπνωση μου. Η πραγματικότητα έμοιαζε τόσο σκληρή και κρύα. Ανυπομονούσα να χωθώ βιαστικά κάτω από το πέπλο του παραμυθιού σου.

«Μη σταματάς» σε ικέτεψα με βραχνή φωνή. Με αγκάλιασες στοργικά. Δεν θα με εγκατέλειπες πριν μου χαρίσεις το στερνό μας παραμύθι. Σύντομα η φωνή σου με τύλιξε ξανά και με ταξίδεψε πάλι στη χώρα του ονείρου. «Το επόμενο πρωί οι τρεις πριγκίπισσες επιβιβάστηκαν στις άμαξες τους και ξεκίνησαν η καθεμιά για το δικό της μεγάλο ταξίδι. Κατά το μεσημεράκι, η  μεγαλύτερη πριγκίπισσα διέταξε τον αμαξά να σταματήσει δίπλα στο ποτάμι, στις παρυφές του Πέτρινου Δάσους, να ξεκουραστούν. Ο αμαξάς της υπενθύμισε ότι το δάσος είχε πάρει το όνομά του από τις αιχμηρές πέτρες που οριοθετούσαν το στενό μονοπάτι. Αν τους έπιανε η νύχτα, θα ήταν πολύ επικίνδυνο για το άλογο να το διασχίσει στα σκοτεινά. Η πριγκίπισσα κάγχασε και τον διέταξε ξανά να σταματήσει. Ο ήλιος δεν άργησε να δύσει, το σκοτάδι αργά αλλά σταθερά άρχισε να κερδίζει έδαφος. Το μονοπάτι στο Πέτρινο Δάσος σύντομα θα ήταν απροσπέλαστο. Η πριγκίπισσα διέταξε να ξεκινήσουν αμέσως και να διασχίσουν το δάσος, έστω και στο σκοτάδι. Στο άκουσμα της άρνησης του αμαξά έγινε έξαλλη για την αναίδειά του. Βγήκε από την άμαξα και δοκίμασε να διασχίσει πεζή το επικίνδυνο μονοπάτι. Μόλις δύο βήματα πρόλαβε να κάνει, πριν παραπατήσει και σωριαστεί επάνω στις αιχμηρές πέτρες. Ο έμπειρος αμαξάς είχε δίκιο. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να καταλύσουν στο κοντινότερο χωριό. Δεν μπορούσε εκείνη, η μεγαλύτερη πριγκίπισσα του βασιλείου της, να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος. Αντ' αυτού, ξέσπασε την αγανάκτησή της στη συνοδεία της. Η κελαρυστή της φωνή είχε χάσει κάθε μελωδικότητα και κάθε κάλλος, καθώς είχε χρωματιστεί από κακία.» Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα ειρωνικό μορφασμό. Εσύ με είδες και μου χάρισες ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. «Το σκοτάδι άγγιξε κάθε γωνιά του Πέτρινου Δάσους και η νύχτα γινόταν όλο και πιο πηχτή. Ήταν ώρα να φύγουν. Ενώ η πριγκίπισσα ανέβαινε στην άμαξα, διέκρινε μια κίνηση μέσα στο δάσος, Δεν έδωσε σημασία. Καθώς απομακρύνονταν στον ορίζοντα, ένας νεαρός άντρας βάδισε αργά προς το ποτάμι. Κάθισε στο σημείο που πριν λίγη ώρα καθόταν η πριγκίπισσα κι απολάμβανε το γάργαρο τραγούδι του ποταμού. Κρατούσε τρεις περγαμηνές στο χέρι του. Πήρε την πρώτη και την έσκισε σε πολλά μικρά κομμάτια. Τα έριξε στα νερά, να τα πάρει το ποτάμι, μαζί με τις ελπίδες της πρώτης πριγκίπισσας...»

Άκουγα με κομμένη την ανάσα. Είχες κρατήσει την καλύτερη ιστορία σου για το τέλος. Ή μήπως ήταν η καλύτερη επειδή αυτό ήταν το τέλος; « Την επόμενη ημέρα, η δεύτερη πριγκίπισσα είχε ήδη διασχίσει τη μισή διαδρομή. Είχε φτάσει στο αγαπημένο χωριό του πατέρα της. Δεν είχε συναντήσει ακόμη την περιβόητη δοκιμασία, αλλά ήταν σίγουρη ότι θα νικούσε. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο πατέρας της τής είχε δώσει αυτή τη διαδρομή. Ξεκουραζόταν στο Σμαραγδένιο Κάστρο, όταν ένας ρακένδυτος χωρικός εμφανίστηκε στο παλάτι και ζήτησε να τη συναντήσει. Η νεαρή γυναίκα αναρωτήθηκε μήπως ο χωρικός ήταν υπηρέτης του πρίγκιπα της. Τον δέχτηκε με δισταγμό. Ο φτωχός άνδρας την πλησίασε αμήχανα και τη χαιρέτισε με μια αδέξια υπόκλιση. "Υψηλοτάτη, μεγάλη μου τιμή που με δεχτήκατε." Η αποστροφή της για την ταπεινή του εμφάνιση ήταν ολοφάνερη. "Θα ήθελα να παρακαλέσω αν η υψηλότητα σας θα είχε την ευγενή καλοσύνη -ω μα βέβαια το γνωρίζω ότι μια πριγκίπισσα όπως εσείς έχει απέραντη καλοσύνη!- να μου δώσει δουλειά στο Σμαραγδένιο Κάστρο. Η οικογένειά μου, Υψηλοτάτη, έπαθε μια μεγάλη καταστροφή και χρειάζομαι οπωσδήποτε μια δουλειά, αλλιώς θα πεινάσουμε όλοι." Το μόνο που σκεφτόταν η πριγκίπισσα ήταν ο "πρίγκιπας της". Αδιαφορούσε πλήρως για τον κακόμοιρο χωρικό, τόσο που ούτε πρόσεξε τα λεπτά του χαρακτηριστικά και την ευγενή ομιλία του.» 

Ρουφούσα κάθε σου λέξη με πόθο και ευλάβεια, λες και κρεμόταν η ζωή μου απ' αυτό. Λες κι ήταν το παραμύθι σου η πρώτη και η τελευταία μου ανάσα. « "Μπορείς να αποσυρθείς." του απάντησε ψυχρά. Εκείνος έπεσε στα πόδια της και ασπάστηκε το μεγαλοπρεπές της ένδυμα. Ένας μορφασμός αηδίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της και έτσι, με μια απλή έκφραση, στραγγίστηκε όλη η ομορφιά της. "Αρκετά" του είπε μ' ένα κοφτό συριγμό. Ο χωρικός σηκώθηκε όρθιος και υποκλίθηκε άλλη μια φορά βαθιά. Η πριγκίπισσα ξεφύσηξε περιφρονητικά και αποχώρησε πρώτη από την αίθουσα. Ο χωρικός απομακρύνθηκε από το κάστρο βαδίζοντας αργά. Τα βήματά του τον οδήγησαν σ' ένα πηγάδι. Ο χωρικός στηρίχτηκε στο πηγάδι σκεπτικός. Μια φωνή ακούστηκε πίσω του. "Υπάρχει ένας παλιός μύθος για εκείνο το πέτρινο πηγάδι. Πριν από πολλά χρόνια, η ιστορία λέει, οι κάτοικοι κινδύνεψαν από την ατελείωτη ξηρασία. Μια μητέρα, απελπισμένη από το κλάμα του παιδιού της, γονάτισε δίπλα στην πηγή που είχε στερέψει και προσευχήθηκε να σωθεί η πόλη. Τότε, από το πουθενά εμφανίστηκε στη θέση της πηγής ένα πέτρινο πηγάδι. Οι χωρικοί, μάλιστα, λένε ότι το πηγάδι είναι απύθμενο, λόγω της απέραντης αγάπης εκείνης της μητέρας για το παιδί της. Από τότε ποτέ ξανά δεν κινδύνεψε το χωριό από ξηρασία." Ο νεαρός άντρας γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε το νεοφερμένο. Ένα πάνοπλος ιππότης τον πλησίασε και υποκλίθηκε με σεβασμό. "Υψηλότατε;" ψέλλισε διστακτικά. Ο νεαρός άντρας κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Ο ιππότης του έδωσε μια περγαμηνή, όμοια με εκείνη που χάθηκε στο ποτάμι του Πέτρινου Δάσους. Ο πρίγκιπας έσκισε αφηρημένα το δεύτερο γράμμα και πέταξε τα κομμάτια στο απύθμενο πηγάδι, ώστε να χαθούν για πάντα. »

Άθελα μου, αναστέναξα. Το μυαλό μου είχε χαθεί μέσα στο στερνό μας παραμύθι. Στον πρίγκιπα που στη φαντασία μου του είχα χαρίσει τα μάτια σου... « Τέσσερις μέρες είχαν περάσει και η μικρότερη πριγκίπισσα βρισκόταν ακόμη στην αρχή του ταξιδιού. Κάθε τόσο έκανε μια στάση για να βοηθήσει κάθε απροστάτευτο πλάσμα που περνούσε δίπλα της. Ο πρίγκιπας -με τη νέα του δοκιμασία- την περίμενε στα μισά της διαδρομής, αλλά εκείνη ακόμη δεν είχε φανεί. Είχε αρχίσει να ανησυχεί, όταν ο αγγελιαφόρος ανήγγειλε ότι η πριγκίπισσα πλησιάζει. Δεν είχε, ωστόσο, ιδέα γιατί είχε αργήσει τόσο. Ο πρίγκηπας ενδύθηκε ξανά την πτωχική περιβολή του και έσπευσε στο Μαύρο Ροδώνα, την πιο μαγική έκταση του βασιλείου -κατάσπαρτη από μαύρα τριαντάφυλλα. Είχε ένα προαίσθημα ότι η πριγκίπισσα θα σταματούσε να θαυμάσει τη σπάνια ομορφιά του ροδώνα. Το ένστικτό του τον δικαίωσε. Η πριγκιπική άμαξα σταμάτησε στην πλινθόκτιστη βρύση και η νεότερη πριγκίπισσα του βασιλείου κατέβηκε μαζί με τη συνοδεία της. Ο πρίγκιπας την παρατήρησε προς στιγμής από απόσταση. Έμοιαζε τόσο διαφορετική από τις αδερφές της. Όχι, δεν ήταν η εμφάνισή της. Αυτή η κοπέλα είχε κάτι..κάτι διαφορετικό. Ίσως να ήταν το χαμόγελό της, φαινόταν τόσο αγνό και τόσο ειλικρινές. Ίσως τα μάτια της, αγκάλιαζαν όλη την πλάση με στοργή. Ένας τρόπος υπήρχε για να διαπιστώσει αν ήταν αυτό που έδειχνε. Να την πλησιάσει. » 

Μου χάιδευες απαλά τα μαλλιά. Δεν ήθελα αυτό το παραμύθι να τελειώσει ποτέ. « Ο πρίγκιπας πλησίασε διστακτικά τη βρύση, όταν εκείνη ετοιμαζόταν να πιει νερό. Η νεαρή πριγκίπισσα έριξε μια ματιά στο ρακένδυτο άντρα. Έμοιαζε τόσο διψασμένος... Του χαμογέλασε άδολα και του παραχώρησε τη σειρά της. "Φαίνεσαι ταλαιπωρημένος ξένε, πιες εσύ πρώτος -το έχεις περισσότερη ανάγκη από εμένα." Ο πρίγκιπας δεν πίστευε στα μάτια και τα αυτιά του. "Υψηλοτάτη..." μουρμούρισε σαστισμένος "πώς μπορώ εγώ, ο ταπεινός σας δούλος να πιω νερό όταν τα χείλη σας διψάνε;" » Ανασήκωσα το κεφάλι και σε κοίταξα, δειλά, στα μάτια. Και τα δικά μου χείλη διψούσαν, μα όχι για νερό.. « "Καλέ μου ξένε, φαίνεται ότι έχεις δουλέψει σκληρά κι έχεις περάσει δύσκολα. Μην αμφιβάλλεις ούτε στιγμή πως το αξίζεις." Η καρδιά του πρίγκιπα σκίρτησε μες στο στέρνο του. Ένιωθε λες κι είχε γνωρίσει έναν άγγελο επί γης. Ήθελε να της αποκαλύψει την ταυτότητά του, μα η δοκιμασία δεν είχε τελειώσει ακόμη. »

Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο, παρά μονάχα την ιστορία σου. Κρεμόμουν από τα χείλη σου ζώντας για κάθε λέξη που άπληστα άρπαζα στον αέρα και την αιχμαλώτιζα μια για πάντα στα όνειρά μου. « Τελική ευθεία. Όλα ή τίποτα. Μέσα σε μια στιγμή , ο πρίγκιπας μεταμορφώθηκε ολότελα -από καλοκάγαθος φτωχός, σε άπληστο τέρας. Κάθε έκφραση του προσώπου του έλεγε την ίδια ιστορία: ένας ληστής τους είχε παρασύρει στην παγίδα του. Οι πιστοί του ιππότες -συνένοχοι στο σχέδιο- με φτωχικές φορεσιές ντυμένοι, ξεπήδησαν από κάθε κρυφή γωνιά του Μαύρου Ροδώνα και τους περικύκλωσαν. Άξαφνα, ο ληστής πρίγκιπας στράφηκε στη νεαρή κοπέλα απέναντί του. Η πριγκίπισσα τον κοίταξε κατάματα κι εκείνη, σαν να τον πολεμούσε με τη δύναμη του βλέμματός της. Αγέρωχη έστεκε εμπρός του με γενναιότητα και τόλμη. Ένας νεοφερμένος "ληστής" κατέφθασε, σέρνοντας μια ρακένδυτη γυναίκα πίσω του. Όλα μέρος του σχεδίου. Δίχως να το σκεφτεί, η νεαρή πριγκίπισσα πρόσφερε τον εαυτό της στη θέση της άγνωστης γυναίκας. Οι ιππότες την έδεσαν, μα εκείνη δεν ζάρωσε στιγμή. Ατρόμητη. Δε λύγισε στιγμή. Ο πρίγκιπας διέταξε να της δέσουν τα μάτια και να τους αφήσουν μόνους. Πνιχτοί λυγμοί ακούστηκαν από τη συνοδεία της. Μολαταύτα, η πριγκίπισσα έμεινε ατάραχη. Δεν αντέδρασε ούτε όταν εκείνος χάιδεψε τους καρπούς της με μια παγωμένη λάμα μαχαιριού. Έπειτα... Μια παύση. Σιγή απλώθηκε παντού. Ένας απότομος ήχος -τα αμείλικτα δεσμά που σχίζονται στα δυο- ακούστηκε και τα χέρια της απέκτησαν ξανά την ελευθερία που τόσο βάναυσα είχαν στερηθεί τα τελευταία λεπτά. Μια περγαμηνή τρύπωσε στην παλάμη της, έτοιμη να προσφέρει τις πολυπόθητες εξηγήσεις που ζητούσε. Το μαντίλι "γλίστρησε" από τα μάτια της σαν χάδι. Ήταν εκείνος που θέλησε να της κλέψει την καρδιά. Ο "ληστής" είχε φορέσει ξανά τα πριγκιπικά του ρούχα κι είχε γονατίσει μπροστά της. Δεν χρειαζόταν πλέον μεταμφιέσεις και άθλους. Είχε ανάγκη μονάχα εκείνη. 
Η πριγκίπισσα διάβασε το γράμμα της περγαμηνής καχύποπτα, μα όσο περισσότερο διάβαζε τόσο περισσότερο μαλάκωνε το βλέμμα της. Ρουφούσε λαίμαργα τα λόγια αγάπης που της είχε γράψει ο πρίγκιπας, ο δικός της πρίγκιπας. Ο νεαρός άντρας περίμενε γονατιστός για ένα της βλέμμα, ένα της χαμόγελο. Εκείνη τον άγγιξε δειλά. Ο πρίγκιπας σηκώθηκε αμέσως -ίσα που πρόλαβε να δει ένα δάκρυ συγκίνησης στην άκρη του ματιού της.
Έκλεισε μες στα χέρια του τα δικά της. Την κοίταξε στα μάτια, καθώς της ψιθύριζε τις λέξεις που κάθε γυναίκα λαχταρούσε ν' ακούσει. "Εσύ είσαι η ιδανική. Το ζωντανό μου όνειρο. Η μία, η μοναδική για μένα." Ήταν σίγουρος, εκείνη ήταν η δική του πριγκίπισσα, η πιο ξεχωριστή πριγκίπισσα απ' όλες. Το συνηθισμένο κορίτσι με το ανήκουστο μεγαλείο καρδιάς. » Σκίρτησα αναμένοντας το παραμυθένιο φινάλε.
 « "Υψηλοτάτη, θα μου κάνετε την τιμή να γίνετε η σύζυγος μου εις την αιωνιότητα;" »


Επιτέλους, το happy end. Το στερνό μας παραμύθι έφτασε στον προορισμό του. Ήταν πια ολοκληρωμένο, έτοιμο να με συντροφεύει μια ζωή. Να με βοηθάει να κοιμηθώ μακριά από τη θαλπωρή της αγκαλιάς σου. Να μου γιατρεύει τις πληγές, με κάλπικες ιστορίες παντοτινής ευτυχίας. Να γεμίζει την απουσία σου. 
Εμείς γιατί, άραγε, δεν μπορούσαμε να χαρίσουμε στους εαυτούς μας ένα happy end;
« Κι έζησαν αυτοί καλά... »


***


Έτσι είναι τα παραμύθια. Ζουν και αναπνέουν από ευτυχισμένα φινάλε. Παραμύθι χωρίς happy end υπάρχει; Δεν υπάρχει. Το πρόβλημα είναι ότι η ζωή σχεδόν ποτέ δεν είναι παραμύθι. Δεν υπάρχουν δράκοι και κύκλωπες -εμείς είμαστε τα τέρατα με τα δυο κεφάλια(ένα για τη λογική κι ένα για το συναίσθημα) και τα αιμοβόρα ένστικτα. Δεν υπάρχουν φαντάσματα να μας στοιχειώνουν, παρά μόνο  τα λάθη του παρελθόντος. Δεν υπάρχουν νεράιδες, υπάρχει μόνο ο έρωτας...


***

«Από το μυαλό σου τα βγάζεις όλα αυτά, είμαι σίγουρη» πρόλαβα να ψελλίσω. Αποκοιμήθηκα γαλήνια, σαν βρέφος, κι ένα αδιόρατο μειδίαμα ζωγράφισε τα χείλη μου. Η φωνή σου βάλσαμο. Με πότισες το νερό της λησμονιάς κι εγώ βυθίστηκα ξανά στην πλάνη μου.

Εναπόθεσες ένα τελευταίο φιλί στο μέτωπο μου κι έφυγες όπως ήρθες: σαν τον κλέφτη.

***

Δεν με ήξερες τελικά. Δεν είχες καταλάβει ότι το ίδιο δίχτυ απέφευγα κι εγώ. Δε σου ζήτησα τίποτε γιατί κι εμένα δεν μου είχε απομείνει τίποτα να δώσω. Δεν σου το είπα ποτέ, νόμιζα... Νόμιζα πως οι σιωπές ήταν αρκετές. Λάθος. Από φόβο χάσαμε.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα μόνη.

Μετάνιωσα; Όχι. 
Ήμασταν δυο ανυπότακτες ψυχές. Χίμαιρες, που περνούν βιαστικά και χάνονται. Δεν ήμασταν πλασμένοι για ρομαντικές νουβέλες αγάπη μου.


***

Τι είναι αλήθεια, άραγε, σε αυτά που έγραψα και τι παραμύθι; Ποιες αλήθειες και ποια ψέμματα έγιναν ένα αυτό βράδυ; Πολλές φορές φοβάμαι πως δεν τα ζήσαμε όλα αυτά, πως ήταν μόνο μια οφθαλμαπάτη. Ήταν, ωστόσο, η φαντασία τόση που, δεν μπορεί, θα έχουν γίνει αληθινά...