Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

(Απόσπασμα)


Αγάπη είναι να εύχεσαι να είναι ευτυχισμένος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα 'ναι δικός σου. Να ζεις μόνο για το χαμόγελο του. Τα τραύματα του να είναι και δικά σου.
Αγάπη είναι να αφήνεσαι στον έρωτα του, επιτρέποντας του να σε καταστρέφει κάθε φορά κι από λίγο. Να του ανοίγεις την πόρτα, ώστε να επιστρέψει όποτε το θελήσει αυτός και να φύγει πάλι αφήνοντας σε διαλυμένη γι' ακόμη μια φορά. Να τον εξουσιοδοτείς εν λευκώ να σε ισοπεδώσει αν το θέλει. Να του δώσεις εσύ η ίδια αν χρειαστεί το μαχαίρι που θα καρφώσει στο στήθος σου.
Να μη ζητάς εγγυήσεις ή αποδείξεις αγάπης. Να του δίνεσαι ολοκληρωτικά περιμένοντας το απόλυτο τίποτα. Να ζεις για τα δικά του ψίχουλα αγάπης.
Κάθε ανάσα σου να είναι γι' αυτόν, κάθε χτύπος της καρδιάς σου να φέρει το όνομα του. Κάθε λεπτό που ζεις να ανήκει σ' εκείνον. Όλη σου η ύπαρξη να είναι δική του.
Ο έρωτας είναι εγωιστικός, ένας αέναος πόλεμος. Μα η αγάπη είναι ανιδιοτελής. Δεν αφορά εσένα, αλλά εκείνον. Τις δικές του ανάγκες, τις δικές του επιθυμίες, τα δικά του όνειρα.
Χάνεται το “εγώ”. Αν είσαι τυχερή θα γίνει “εμείς”. Αλλιώς θα είσαι καταδικασμένη να αγαπάς στα σκοτεινά, μονάχη. Να συνομιλείς με ένα αόρατο “εσύ”. Κι εκείνος δεν θα το μάθει ποτέ. Για την ακρίβεια και να το μάθει, δεν θα καταλάβει.
Δεν τον αγαπάς, είσαι μονάχα ερωτευμένη.
Η αγάπη δεν είναι φωτεινή και ρόδινη, όπως την παρουσιάζουν. Η αγάπη πονάει. Μάθε πως η αγάπη ζει δίπλα στη μοναξιά. Στοιχηματίζω πως δεν το ήξερες αυτό.
Κι όμως οι ελάχιστες στιγμές ευτυχίας μαζί του αξίζουν κάθε δευτερόλεπτο που πέρασες δυστυχισμένη εξαιτίας του. Κάθε λεπτό μαζί του, σαν ήλιος φωτίζει απ' άκρη σ' άκρη το σκοτάδι της ψυχής σου. Αυτές οι ρανίδες ευτυχίας είναι ό,τι πολυτιμότερο μου έχει χαρίσει.
Πότε κατάλαβα ότι τον αγαπώ;
Όταν έφυγα οικειοθελώς επειδή δεν τολμούσε ο ίδιος να το ζητήσει..

Εδώ και χρόνια (γύρω στα 4) έχω μια ιστορία στο μυαλό μου. Έχω γράψει μερικά αποσπάσματα -εμπνεύσεις της στιγμής- ωστόσο ποτέ δεν μπήκα σοβαρά στη διαδικασία να τη γράψω -προς το παρόν τουλάχιστον. Είναι η ιστορία που απασχολεί τη φαντασία μου τις ελεύθερες μου ώρες. Σαν ένα ταξιδάκι αναψυχής. Ακόμη και ο τίτλος δεν είναι "φιξ", γι' αυτό όταν ξεκίνησα να δημοσιεύσω το απόσπασμα εδώ αποφάσισα να το αφήσω "άτιτλο". Η συγκεκριμένη σκηνή είναι ένας μονόλογος της πρωταγωνίστριας, σχετικά με την αγάπη, στη συζήτηση της με μια φίλη της. Δε θα επεκταθώ, ίσως κάποια στιγμή να μπω στη διαδικασία να γράψω την ιστορία. Προς το παρόν απλά θέλησα να μοιραστώ το απόσπασμα μ εσάς.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Κοιτάζω τον εαυτό μου από ψηλά. Μέσα στην ανθρώπινη μιζέρια και την ανασφάλεια. Μια τελειότητα με όλη του την ατέλεια. Διακρίνω μια αλήθεια που αγνοούσα τόσα χρόνια. Σκοτεινή κι αυτή, σαν κι εμένα. Και κάπως έτσι κατάλαβα.. Ίσως εγώ να ήμουν ο καταραμένος μου ποιητής. Φυλαγμένος στην ανωνυμία του, κρυφός μες το πλήθος. Προσπαθώντας με ουίσκι και στίχους να μουδιάσει τα συναισθήματα του. Ο καπνός να κυκλώνει τις λέξεις και να τους δίνει νέα ερμηνεία. Μόνος περιτριγυρισμένος απ' τους πολλούς. Μια ψυχή ακατανόητη. Πολεμώντας απλώς να ξεχάσει..

Στη γη του καταδικασμένου έρωτα


Ένα διαμαντένιο δάκρυ
κύλησε
εκεί που υπήρχε κάποτε ένα χαμόγελο.



Ενός αγγέλου άγγιγμα
Κάπως έτσι άρχισαν όλα..
Μια φορά κι έναν καιρό,
ένας άγγελος κι ένας δαίμονας έπεσαν στα δίχτυα της αγάπης.

Δεν είναι μια ιστορία αγάπης,
αλλά μια ιστορία για την αγάπη.
Εκείνη την ολοκληρωτική δύναμη
που μερικές φορές κάνει και θαύματα.

Ο άγγελος παραδομένος στην άγνοια του,
προστατευμένος μέσα στην πλάνη του παραδείσου,
δεν ήξερε·
ο δαίμονας ήταν κάποτε άγγελος κι αυτή.

Ώσπου ήρθε η μέρα που του άνοιξε ένα παράθυρο να δει ο ίδιος τη σκοτεινή της ψυχή.
Του έδειξε τα κομματιασμένα της φτερά -ό,τι έμεινε απ' αυτά-
και του είπε τα πάντα.
Πως ήταν κάποτε κι εκείνη άγγελος.
Ότι οι περισσότεροι δαίμονες ήταν άγγελοι που έχασαν τη χάρη τους
όταν ακολούθησαν ένα σκοτεινό μονοπάτι.
Πώς ξεκίνησε.
Πώς κατέληξε δαίμονας που κατοικεί στις σκιές και το ψέμα.
Ότι είχε χάσει πλέον τα πάντα.
“Ξεκινάμε όλοι από το ίδιο σημείο... Ειρωνεία που καταλήγουμε ο καθένας αλλού.”

Του είπε την αλήθεια της, μα εκείνος δεν τη έδιωξε.
Άνοιξε την αγκαλιά του και την έκλεισε μέσα στα δυο του χέρια.
Της χαμογέλασε γλυκά,
καθώς εκείνη βρήκε καταφύγιο στην αγκαλιά του.
Την έλουσε με το φως του.
Μα όσο της χαμογελούσε, τόσο τον ερωτευόταν.
Κι όσο τον ερωτευόταν, τόσο βεβαιωνόταν ότι έπρεπε να κάνει τη μεγάλη θυσία.
Να φύγει απ' τη ζωή του όσο προλάβαινε.
Πριν τον παρασύρει στο σκοτάδι της δικής ζωής.

Με όλη τη δύναμη της σκοτεινής της ψυχής τον έδιωξε μακριά.
Για να τον προστατέψει.
Εκείνη ήταν ήδη κατεστραμμένη,
ένας δαίμονας που κυκλοφορούσε ανάμεσα σε άλλους δαίμονες.
Εκείνος όμως είχε μια ευκαιρία στη ζωή.
Ήξερε ότι η αγάπη της ήταν ο μεγαλύτερος του κίνδυνος.
“Αν σ' αγαπώ πρέπει να σε διώξω,
κι αν μ' αγαπάς πρέπει να φύγεις”
Έβαλε το χέρι του στο στήθος της.
Εκεί που θα έπρεπε να ακούγεται ο χτύπος της καρδιάς της.
Μόνο που είχε χαθεί από χρόνια.
Η καρδιά της ήταν νεκρή.
Κι αν ακόμη χτυπούσε θα χτυπούσε μόνο γι' αυτόν.
“Είμαι η κόλαση σου, δεν έχεις θέση δίπλα μου.
Σου αξίζει ο Παράδεισος.”
Ήταν αποκαρδιωμένη,
ήταν πια αργά, ο έρωτας τους ηττήθηκε οριστικά.
“Κόλαση είναι ο Παράδεισος μακριά σου” της είπε
και σφάλισε τα χείλη της μ' ένα φιλί.

Τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, αποστασιοποιημένα.
Κάτι ανεξήγητο της συνέβαινε.
Ξάφνου, ένα δάκρυ κύλησε απ' τα μάτια της.
Ήταν η πρώτη φορά.
Πρώτη φορά που ένιωθε άνθρωπος μετά από καιρό.
Άρχισε να κλαίει και να γελάει μαζί.
Συναισθήματα πλημμύρισαν το κορμί της,
το φως της αγάπης του την τύλιξε κι έδιωξε το σκοτάδι από μέσα της μια για πάντα,
οι πληγές της ψυχής της ολοένα κι επουλώνονταν,
τα τσακισμένα κομμάτια των φτερών της άρχισαν να ενώνονται.

Το αναμενόμενο τέλος θα ήταν να δοθεί μια νέα ευκαιρία στην αγάπη τους.
Μια ευκαιρία να μείνουν για πάντα μαζί.
Αλλά όχι εκείνοι,
όχι αυτή η ιστορία.
Δεν είναι μια ιστορία αγάπης,
αλλά μια ιστορία για την αγάπη.

“Με έσωσες. Είμαι ελεύθερη” είπε
κι εξαφανίστηκε μέσα σε μια δέσμη φωτός.
Δεν την είδε ξανά.

Ο άγγελος κέρδισε ξανά τη θέση του στον Παράδεισο.
Κάθε άγγελος κρύβει ένα θαύμα μέσα του,
του είπαν.
Και το δικό του ήταν να σώσει έναν καταδικασμένο δαίμονα.
Την έσωσε με την αγάπη του,
την έκανε να νιώσει ξανά
από καιρό σβησμένα συναισθήματα.
Φώτισε το σκοτάδι της ψυχής της.
Της χάρισε το θαύμα του
και σώθηκε.

Εκείνος, όμως, όχι.
Αρνήθηκε να επιστρέψει.
Δεν του ταίριαζε πια.
Το σκοτάδι είχε αρχίσει να τον αγκαλιάζει.
Κι αυτός το δέχτηκε.

Συνέχισε την πορεία του ηττημένος.
Έτσι τσαλαπατημένος και βρώμικος.
Κανείς πλέον δεν πίστευε ότι ήταν άγγελος.

Η ζωή του πλέον δεν είχε καμία αξία χωρίς αυτήν.
Το φως του έσβηνε ολοένα και περισσότερο.
Τα φτερά του από τότε θα ήταν πάντα μαύρα...

Όνειρο ή αλήθεια,
δεν έμαθε κανείς ποτέ...




“Chaos is an angel who fell in love with a demon – Christopher Poindexter”

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Εν λευκώ

Τι θα έκανες αν σου χάριζα για λίγο την καρδιά μου;
Αν ήταν όλη δική σου, να τη διαχειριστείς όπως νομίζεις εσύ καλύτερα.
Αν σ' εξουσιοδοτούσα εν λευκώ να με φτάσεις στα άκρα.
Αν αφηνόμουν στο ρίσκο της αγάπης σου.
Πώς θα ήταν τα πράγματα τώρα;
Αν σου έστελνα λευκά όνειρα να βάψεις τους τοίχους τους με τα δικά σου χρώματα.
Ποια θα 'ταν αυτά;
Θα φώτιζαν άραγε τη ζωή μου;
Ή θα μου επέστρεφες όνειρα μουντά και γκρίζα, στραγγισμένα από ζωή;
Αν σου έδινα όλη την εξουσία του κόσμου επάνω στην ψυχή μου,
τι θα έκανες;
Θα γινόσουν έρωτας;
Άραγε θα τόλμαγες;
Ή μήπως ζώντας εν λευκώ κι εσύ θα περίμενες επουράνιο σημάδι;