Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ένα παραλίγο παραμύθι...

Δυο καθημερινοί άνθρωποι.
Ένας νεανικός έρωτας.
Μια ιστορία που δεν έγινε ποτέ παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό η Μ. γνώρισε τον Σ. κι έγιναν ζευγάρι. Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι παραμύθι. Γνωρίστηκαν όπως όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Ίσως όχι όλοι. Η γνωριμία τους, όμως, ήταν η τυπική γνωριμία εφήβων. Δυο 17χρονοι μαθητές Λυκείου που βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι μιας κοινής παρέας, σ' έναν κατά τ' άλλα συνηθισμένο απογευματινό καφέ. Μαθητές της ίδιας τάξης, στο ίδιο σχολείο, αλλά σε διαφορετικά τμήματα. Άγνωστοι μέχρι τότε, αόρατοι ο ένας για τον άλλο. Μια πεζή ιστορία, αλήθεια, και βαρετή. Ερωτεύτηκαν με όλη την ορμητικότητα των νιάτων τους, όσο θα μπορούσαν δηλαδή δυο νεαρά παιδιά να γνωρίζουν τι εστί έρωτας. Σε χρόνια πιο αθώα σε σύγκριση με τα σημερινά, όχι πολύ καιρό πριν. Τότε ακόμη που το σεξ δεν ήταν το ζητούμενο, αλλά η ολοκλήρωση. Έννοιες χαμένες τώρα τελευταία. Μοιράστηκαν έναν έρωτα, όχι επικό, ούτε κινηματογραφικό. Έναν έρωτα απλό. Σαν την τροφή. Μια καθημερινή συνήθεια που σε συντηρεί. Σου δίνει ζωή. Όλοι μπορούν να επιβιώσουν με μειωμένη τροφή, κανείς δεν θέλει. Έτσι κι αυτός ο έρωτας. Δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά τους έδινε ζωή. Κι ήταν πέρα για πέρα αληθινός, μες την απλότητα του. 


Ήταν ένα από εκείνα τα χαριτωμένα νεανικά ζευγαράκια. Όχι τα μικρομέγαλα που προκαλούν απέχθεια.. Δυο νέοι παράφορα ερωτευμένοι, μα όχι επιδειξίες. Πράγμα σπάνιο για εκείνες τις ηλικίες. Μα ήταν τόσο σίγουροι για εκείνο που μοιράζονταν, ώστε δε χρειαζόταν να αποδείξουν τίποτα και σε κανέναν. Πάντα εκεί ο ένας για τον άλλο. Τα δυο τελευταία μαθητικά χρόνια ήταν δικά τους. Τα πιο πολυτάραχα της εφηβικής τους ζωής. Σχολείο, απουσίες, κοπάνες, μαθήματα, διάβασμα, εξετάσεις, αποτελέσματα, μηχανογραφικά.. Τα πέρασαν όλα μαζί, όχι χώρια. 
Χέρι-χέρι εξερεύνησαν τον κόσμο γύρω τους, ανακάλυψαν τα όρια τους. Πλήθος αναμνήσεων. Τα πρώτα μεθύσια -σε μαθητικά πάρτι με χαμηλωμένα φώτα και δυνατή μουσική. Τα πρώτα τσιγάρα -κατά την καθιερωμένη πρωινή κοπάνα στο “καπνιστήριο” του Λυκείου. Βόλτες με μηχανάκια. Βραδιές με την παρέα στο γνωστό στέκι. Να τους βρίσκουν τα μεσάνυχτα με τραπέζια γεμάτα άδεια μπουκάλια μπύρας. Τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα. Φακελάκια με ψίχουλα καπνού και άδειες ζελατίνες από φιλτράκια. Νιάτα με άρωμα old holborn και μπύρας πράσινης -της γνωστής.
Ευτράπελες εκδρομές Λυκείου και το κρυφτούλι με τους καθηγητές. Γελοίο, εφόσον ήταν ολοφάνερο. Ανεπίσημα μεταμεσονύκτια μίνι-πάρτι 10-15 ατόμων σε τρίκλινα δωμάτια. Γλιστρώντας όλη η παρέα αθόρυβα στο δωμάτιο με μπουκάλια αλκοόλ κάτω απ' τις πιτζάμες. Οργανωμένο έγκλημα. Με γέλια πνιχτά, παρτίδες πόκερ, σφηνάκια απανωτά και στριμωγμένους καπνιστές στο παράθυρο προσπαθώντας να κρύψουν επιλήψιμες για τους καθηγητές οσμές. Και πάντα ένας “έξυπνος” να φουσκώνει ένα μπαλόνι από λάτεξ(το γνωστό). Πιο πρωτότυπο εύρημα εκείνο από πράσινο προφυλακτικό με άρωμα μήλο. Αποκριάτικα πάρτι, με αστείες στολές, και μασκέ πρωινά Τσικνοπέμπτης στο Λύκειο. Φάρσες Πρωταπριλιάτικες με τα πασίγνωστα -κάτι παραπάνω από αναμενόμενα πλέον- αστεία αλλαγής αίθουσας. Παίζοντας “σκατά” στις καταλήψεις. Πράγματα κλασικά για κάθε μαθητή Λυκείου. Μεσημεριανοί καφέδες, πριν χωριστούν προσωρινά από φροντιστήρια και διάβασμα, και ατελείωτες παρτίδες τάβλι δίχως κανένα έλεος για τον ηττημένο. 
Περίπατοι για δύο στον φάρο. Τρυφερά ενσταντανέ σε παρκάκια. Παιχνίδια στις κούνιες την αμέσως επόμενη στιγμή. Και φωτογραφίες. Ξεχωριστά στιγμιότυπα αποτυπωμένα στην αιωνιότητα σε άπειρες ψηφιακές φωτογραφίες. 
Το ταξίδι στη χώρα του έρωτα. Δεν ήταν απλά σεξ, ήταν έρωτας μαγεία και πυροτεχνήματα. Η πρώτη τους φορά. Εμπειρία μοναδική όχι τεχνικά, αλλά συναισθηματικά. Ήταν ολοκλήρωση με όλη τη σημασία της λέξης. 
Αποκορύφωμα εκείνα τα δυο μαγικά καλοκαίρια. Βραδινό κολύμπι στη θάλασσα, διασχίζοντας το φωτεινό διάδρομο του ολόγιομου φεγγαριού επάνω στο νερό. Μια νύχτα τρελή, ολότελα δική τους, που στην κατάληξη της οδηγήθηκαν -τυχαία ή μοιραία;- σε μια έρημη παραλία οι δυο τους. Σύντομα βρέθηκαν να κάνουν βουτιές με τα εσώρουχα και σαν παιδιά να κυνηγιούνται στην αμμουδιά. Στιγμές αξέχαστες. 
Μόνοι, αλλά και με παρέα. Αυγουστιάτικες νύχτες με φόντο μια φωτιά στην άμμο, μπύρες, σουβλάκια και την κιθάρα εκείνου του αγαπημένου φίλου(Τι να απέγινε; Ποιο μέλλον του επιφύλασσε η μοίρα; Άραγε να παίζει ακόμη την κιθάρα του; Ή σκονισμένη σε μια αποθήκη του θυμίζει μια άλλη νιότη, περασμένα μεγαλεία του καιρού χαλάσματα;). Να τραγουδά όλη η παρέα -φάλτσοι οι μισοί, ήταν η αλήθεια- και να ακούγονται τα τραγούδια λες και ήταν όλα δικά τους, σαν να είχαν γραφτεί μόνο για εκείνους τους δύο. Το δικό τους “εμείς” πιο δυνατό απ' το πλήθος.
Ένα φωτογραφικό άλμπουμ γεμάτο με τις καλύτερες εφηβικές αναμνήσεις...


Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν...
Η ζωή συχνά διαλέγει χωριστά μονοπάτια. Και η αδυσώπητη πραγματικότητα σε προσγειώνει απότομα. Κανείς δε σε ρωτά και κανείς δε σε προετοιμάζει για την αλλαγή αυτή. Σε τέτοιους νεανικούς έρωτες -καλώς ή κακώς- είναι, θα έλεγε κανείς, φυσικό επακόλουθο. Όχι επειδή ο έρωτας δεν είναι αληθινός, όχι.. Γιατί αλλάζουν οι άνθρωποι καθώς μεγαλώνουν. Κι αυτό που κάποτε σου ήταν απαραίτητο, τώρα φαντάζει ξένο, αταίριαστο.

Πολλοί νέοι, μακαρίως ανίδεοι για τον εκφυλισμό της ωριμότητας, πιστεύουν σθεναρά ότι θα μείνουν αλώβητοι από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας. Αλαζονικά νομίζουν ότι στο πέρασμα του χρόνου θα παραμείνουν τα ίδια άτομα που ήταν στην πρώτη νιότη τους. Μάλιστα, δε, θεωρούν εσφαλμένα ότι το ζευγάρι δεν το θέλησε αρκετά, ότι ο έρωτας δεν ήταν αρκετός. Απεναντίας, ακόμη και η πιο όμορφη σχέση είναι επιρρεπής στην αλλοτρίωση των συναισθημάτων. Γενικά, ο χρόνος και η φθορά είναι δυο αλληλένδετοι παράγοντες που ευθύνονται γι' αυτή την αποξένωση. Στους νέους, όμως, συντρέχουν κι άλλες μεταβλητές στην εξίσωση του έρωτα τους. Η μεταβολή της ιδιοσυγκρασίας που συνδέεται με την πρώτη ωρίμανση, η διάσταση στόχων και επιδιώξεων και ο αστάθμητος παράγοντας του απωθημένου -όλα εκείνα που θέλει να ζήσει ο ένας, μα ο σύντροφος σαν βαρίδιο τον κρατάει δέσμιο. Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας οδηγεί σε τέλμα. Και ο έρωτας περνάει στη λήθη.

Αναπόφευκτα, μεγάλωσαν και οι ήρωες αυτής της ιστορίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, αλλαξοδρόμησαν. Χωρίς συγκεκριμένο λόγο, άθελα τους. Καθώς έτσι ήταν γραμμένο γι' αυτούς. Κι αυτό πυροδότησε μια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων. Η ιστορία τους θα άλλαζε ριζικά.

Οι τρεις μήνες εκείνου του τελευταίου καλοκαιριού κύλησαν τόσο γρήγορα που έμοιαζαν σαν τρεις εβδομάδες. Πολύ σύντομα έφτασε το φθινόπωρο και μαζί του η συνειδητοποίηση της κατάστασης. Έναν ολόκληρο μήνα βρίσκονταν σε άρνηση: προσπαθούσαν να αγνοήσουν το γεγονός ότι η φοιτητική τους ζωή έθεσε μεταξύ τους μια απόσταση εξακοσίων και κάτι χιλιομέτρων. Αιθεροβάμονες όπως όλοι οι νέοι, ήταν σίγουροι ότι ο δικός τους έρωτας θα κρατήσει για πάντα, πως θα αντέξει όλες τις αποστάσεις.

Τον επόμενο μήνα διαφάνηκαν ήδη οι πρώτες εντάσεις. Κάθε φορά, όμως, ερχόταν η συμφιλίωση μετά από λίγες ώρες. Όσο περνούσε ο καιρός οι διαφωνίες εντάθηκαν και η επανασύνδεση αργούσε ακόμη περισσότερο να επέλθει. Βασικότερη πηγή εντάσεων οι προσδοκίες απ' τη φοιτητική ζωή. Η Μ. ενθουσιάστηκε απ' τη δική της, ο Σ. απογοητεύτηκε πλήρως. Η πρώτη ήθελε να απολαύσει τη δική της και να γλεντήσει -σαν κάθε πρωτοετής. Εκείνος έπαιζε το παιχνίδι των ενοχών. Τη φόρτωνε τύψεις κάθε φορά που ενθουσιασμένη του έλεγε πόσο όμορφα πέρασε και η δική του απάντηση ήταν ξανά και ξανά η ίδια: πως δεν έκανε τίποτα απολύτως, πως μισεί την πόλη όπου σπουδάζει, πως περνάει χάλια, πως ανυπομονεί να έρθει το Σαββατοκύριακο και να γυρίσει στο πατρικό του. Εκτός αυτού, της ζητούσε συνέχεια να τον επισκεφτεί στην πόλη που σπούδαζε ή να τον ακολουθεί στην πόλη τους τα Σαββατοκύριακα που πήγαινε και αυτός. Στην αρχή χαιρόταν να επιστρέφει σ' αυτόν. Σύντομα, όμως, οι επισκέψεις του έγιναν εβδομαδιαίες. Από Πέμπτη βράδυ έως Τρίτη πρωί. Η Μ. ήθελε πραγματικά να τον δει, δεν ήθελε όμως να χάσει στιγμές από τη ζωή της. Αναγκάστηκε κάθε Σαββατοκύριακο να ακυρώνει ό,τι σχέδια είχε κάνει επειδή δεν μπορούσε να του πει όχι. Για ταξίδια στην πόλη που σπούδαζε εκείνη ούτε λόγος. Μόνιμη δικαιολογία πως έχει υποχρεωτικές παρακολουθήσεις. Αλήθεια μεν, έκρυβε όμως μέσα της και κάτι ακόμη. Ζήλευε τη ζωή της. Κι ένιωθε ξένος -ίσως επειδή η δική του φοιτητική ζωή δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη δική της. Προτιμούσε να επιστρέφει στη δική τους πόλη, να βρίσκει παλιούς φίλους. Προτιμούσε την αντανάκλαση του στα μάτια εκείνων για τους οποίους ήταν ακόμη ο δημοφιλής νεαρός μαθητής που όλοι ήθελαν για φίλο τους. Δεν μπορούσε να συμβαδίσει με το επιτυχές success story άλλων φοιτητών κι έτσι έμενε στάσιμος. Απαγκιστρωμένος σε ένα ομορφότερο -και ποιο ένδοξο- παρελθόν. Η Μ. άρχισε να νιώθει τεράστια πίεση στη σχέση τους. Δεν μπορούσε να περάσει μια μέρα καλά χωρίς να της το χαλάσει μετά η δική του διάθεση. Τον καταλάβαινε, όμως. Γι' αυτό κατέληξε να του κρύβει τις μισές της εξόδους. Κάτι που οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερες εντάσεις όταν εκείνος μάθαινε την αλήθεια. Η σχέση τους πλέον βρισκόταν σε τέλμα. Κι όλο ήθελε να χωρίσει, κι όλο κάτι την κρατούσε. Δεν μπορούσε να βάλει τελεία σε αυτή τη σχέση, όσο κι αν ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχε μέλλον. 

Κάποιος κακόπιστος θα κατηγορούσε τη Μ. ότι βολευόταν με αυτή την κατάσταση. Πως διατηρούσε αυτή τη σχέση μετέωρη σε περίπτωση που τα πράγματα δεν έρθουν όπως τα σχεδίαζε. Πως -εφόσον πρώτη εκείνη βρέθηκε αποξενωμένη συναισθηματικά- αποφάσιζε για το μέλλον της σχέσης ελαφρά τη καρδία. Θα έκανε, όμως, ένα επικών διαστάσεων λάθος. Δεν ήταν εκείνη ο “κακός” της ιστορίας. Το αντίθετο.. Πονούσε κι εκείνη. Πονούσε πολύ. Και κάτι παραπάνω. Οι ενοχές δεν την άφηναν μόνη στιγμή.
Ο καπνός την κύκλωνε και μούδιαζε τον πόνο. Οι νύχτες έγιναν αλκοολικές. Η ένταση με τον Σ. παρουσίασε αλματώδη επιδείνωση. Ζητήματα άλλοτε επουσιώδη, πλέον με το παραμικρό προκαλούσαν ρήγματα στη μεταξύ τους σχέση. Στις τηλεφωνικές τους συζητήσεις έμοιαζαν με πυροτεχνουργούς που απασφαλίζουν ωρολογιακή βόμβα. Η αρμονία άρχισε να θυμίζει άγνωστη λέξη. Και το χάσμα μεταξύ τους ολοένα και διευρυνόταν. Ωστόσο, κανείς δεν τολμούσε να δηλώσει το οφθαλμοφανές. Κανένας δεν είχε το θάρρος να βάλει τέρμα.
Κι ενώ υπήρχε αγάπη, λίγο-λίγο τη σκότωνε η συνήθεια, η οποία κάλυπτε τα κενά ενός έρωτα που πέθαινε. Σε μία μακροχρόνια σχέση τείνουν οι άνθρωποι να εθελοτυφλούν -θες η συνήθεια, θες ο φόβος της μοναξιάς- και προτιμούν να μένουν σε τελματωμένες καταστάσεις δίχως να παίρνουν την απόφαση να δώσουν τέλος. Ξεχνάνε. Ένα σπίτι δε στέκει σε σαθρά θεμέλια. Είναι αργά όταν το πάθημα γίνεται μάθημα.


Και τότε η Μ. γνώρισε τον Γ.
Ένας συμφοιτητής, μια απ' τις πάμπολλες γνωριμίες του επεισοδιακού πρώτου έτους. Ένας ακόμη συνομήλικος της ανάμεσα στο πλήθος. Η Μ. ένιωσε από την πρώτη στιγμή μια ανεξήγητη έλξη για εκείνον. Στην αρχή πάλεψε με νύχια και με δόντια να θάψει τα συναισθήματα αυτά. Σύντομα, κι όσο εντεινόταν η κατάσταση με τον Σ, οι αναστολές της δεν ήταν αρκετές για να συγκρατήσουν την επιθυμία της. Κατάλαβε ότι είχε φτάσει εκείνη η δύσκολη στιγμή που απέφευγε. Ήταν καιρός να βάλει τέλος σε μια σχέση που είχε πεθάνει από καιρό. Έσβησε πριν ακόμη νιώσει έλξη για κάποιον που είχε μόλις γνωρίσει. Δεν προχώρησε με τον Γ. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Για την ακρίβεια, κάτι συνέβη... Ένα βράδυ, μετά από μια έξοδο, ο Γ. περπάτησε μαζί της μέχρι το σπίτι της. Εντελώς τυχαία, απλά και μόνο γιατί έτυχε να μένουν κοντά. Στη σύντομη αυτή διαδρομή η μεταξύ τους ένταση γιγαντώθηκε κι έγινε ακατανίκητη. Η μεταξύ τους σιωπή ανά διαστήματα ήταν εκκωφαντική. Ίσως επειδή εκείνη έλεγε όσα δεν τολμούσαν να ξεστομίσουν τα χείλη. Έφτασαν κάτω απ' την πολυκατοικία της, η βραδιά τελείωσε. Ήταν ώρα για καληνύχτα. Ξεκίνησαν να φιληθούν σταυρωτά, όπως κάνουν οι φίλοι. Μόνο που στα μισά της κίνησης αυτής τα πρόσωπα τους πήραν άλλη κατεύθυνση -τα χείλη τους άγγιξαν. Το τυχαίο άγγιγμα ξύπνησε και στους δύο τον πόθο για ένα αληθινό φιλί. Τον σταμάτησε έγκαιρα. 
Μπήκε στο σπίτι τρέχοντας. Το βλέμμα της έπεσε στον πίνακα ανακοινώσεων της. Στο κέντρο ένα σημείωμα από τον Σ. Της το είχε γράψει την τελευταία μέρα πριν φύγουν στις φοιτητικές τους πόλεις. Διάβασε για πολλοστή φορά εκείνες τις γραμμές «Να προσέχεις κοριτσάκι μου και μην καπνίζεις τόσο. Σ' αγαπώ». Έμοιαζε να 'χει περάσει ένας αιώνας από τότε κι ήταν μόλις τρεις μήνες. Ο άνθρωπος που αγαπούσε τότε, αυτός που ερωτεύτηκε τρελά ήταν σχεδόν ένας ξένος στη ζωή της. Δεν τους έδενε τίποτα πια, παρά μόνο η ανάμνηση ενός μεγάλου έρωτα. Δεν αρκούσε πια. Έπρεπε να πουν αντίο και να πάρει ο καθένας το δρόμο του. Όφειλαν στους εαυτούς τους να ξεφύγουν απ το τέλμα και να προχωρήσουν μπροστά. Έκλαψε γοερά. 
Τις επόμενες μέρες απέφυγε τον Γ. Τον ήθελε. Πολύ. Μα έπρεπε να περιμένουν και οι δυο. Όφειλε και στον εαυτό της και στον Σ. να ξεκαθαρίσει την κατάσταση πριν κάνει το παραμικρό βήμα. Σε δύο εβδομάδες ήταν Χριστούγεννα. Ζήτησε από τον Γ. να της δώσει χρόνο. Θα έβαζε τέλος στη σχέση της με τον Σ. στις γιορτές. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν μπορούσε να πετάξει δύο χρόνια σαν να μην σήμαιναν τίποτα. Έπρεπε τουλάχιστον να υποστεί τις συνέπειες των πράξεων της. Η νέα χρονιά θα τους έβρισκε για πρώτη φορά μετά από καιρό χώρια. Ίσως εκείνη η ασίγαστη επιθυμία και το αίσθημα του ανολοκλήρωτου της έδωσαν το θάρρος να πάρει τη μεγάλη απόφαση.


Εκείνος ο χωρισμός ήταν ό,τι πιο δύσκολο είχε κάνει σε όλη της τη ζωή. Δεν ήξερε τι να πει, τι να σκεφτεί, τι να νιώσει. Ήταν η σωστή επιλογή, όμως φάνταζε τόσο ξένο.. Δυο χρόνια πριν δεν φανταζόταν σε καμία περίπτωση ότι θα έφτανε σε εκείνο το σημείο. Προσπαθούσε να βάλλει τις λέξεις σε μια λογική σειρά, μα κατέληγε να ξεστομίζει μονάχα σκόρπιες φράσεις. «Όλοι ξεκινάμε ως άγνωστοι..ειρωνεία πως καταλήγουμε ξένοι ξανά». Κάθε της λέξη μια μαχαιριά στο στήθος και των δυο. «Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να πάρουμε αποφάσεις, όχι επειδή το θέλουμε μα επειδή εκείνο είναι το σωστό». Είχε μονάχα μια βαθιά διαίσθηση του τι ήταν λάθος και σωστό στη δική του σχέση. «Αν η αγάπη ήταν αρκετή, δε θα φτάναμε σε αυτό το σημείο». Τον αγαπούσε, ήταν σίγουρη γι' αυτό, αλλά η αγάπη μόνη της δεν μπορεί να κρατήσει μια σχέση. «Ίσως να ήταν λάθος ο χρόνος κι οι συγκυρίες». Το πίστευε αυτό; Μάλλον όχι.. Ο χρόνος ήταν τέλειος όταν ξεκίνησε η σχέση τους, μεγαλώνοντας άλλαξαν όμως τα θέλω τους. «Μεγαλώσαμε και...άλλαξαν πολλά». Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα. Ή ομολογείς την αλήθεια ή σωπαίνεις μια για πάντα. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Ο εγκέφαλος της δούλευε πυρετωδώς παλεύοντας να βρει τις σωστές λέξεις. Η καρδιά διαμαρτυρόταν σθεναρά. Η προσωποποίηση του διχασμού.
«Κάποτε μου αρκούσε να βλέπω το χαμόγελο σου...» πήρε μια βαθιά ανάσα και η παύση στο ενδιάμεσο έμοιαζε να διαρκεί αιώνια «...τώρα δεν ξέρω πια.». Εκείνος την κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα, υγρά από ένα δάκρυ που δε θα επέτρεπε να κυλήσει. Στο βλέμμα του σχηματιζόταν η αντανάκλαση ενός εκρηκτικού θυμού. Τότε τον ταύτισε με μίσος. Βαθύ και ασίγαστο μίσος. Άργησε να μάθει ότι το μίσος και ο έρωτας απέχουν ένα μόλις βήμα. Είχε ήδη χάσει τον επόμενο έρωτα του...


Οι ζωές τους συνεχίστηκαν φυσιολογικά, σχεδόν βαρετά. Έκαναν σχέσεις, ερωτεύτηκαν, χώρισαν, πληγώθηκαν και πάλι απ' την αρχή. Έρωτες γεννήθηκαν, έρωτες τέλειωσαν, έρωτες ξεχάστηκαν. Όνειρα πραγματοποιήθηκαν, όνειρα εγκαταλείφθηκαν, μερικά ίσως ξεχάστηκαν πολύ γρήγορα. Όσο περνούσε ο καιρός οι πληγές μέσα τους επουλώνονταν. Σύντομα έμεινε μόνο μια μακρινή ανάμνηση μιας όμορφης σχέσης. Οι άνθρωποι έχουν τη συνήθεια όταν βλέπουν μια κατάσταση από απόσταση να την εξιδανικεύουν. Ξαφνικά όλες οι εντάσεις είχαν ξεχαστεί. Είχε μείνει μονάχα μια γλυκιά ανάμνηση ενός εφηβικού έρωτα και κάθε πρώτης φοράς της νιότης τους. Όλα εκείνα τα “πρώτα” που έκαναν μαζί. Εκείνη η περίοδος, η τόσο ανέμελη, χωρίς σκοτούρες. Σε κάθε απογοήτευση η σκέψη τους ταξίδευε σ' εκείνη την πρώτη φορά και απορούσαν πώς τότε ήταν όλα τόσο εύκολα. Ξεχνάνε οι άνθρωποι...
Αρχικά απέφευγαν ο ένας τον άλλον, δυο χρόνια μετά χαιρετήθηκαν σαν να μη συνέβη τίποτα ποτέ. Δεν έγιναν ποτέ φίλοι. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Αρκετά χρόνια μετά συναντιόνταν καμιά φορά τυχαία στο δρόμο και συζητούσαν σαν δυο παλιοί συμμαθητές. Μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων για λίγα λεπτά και μετά απομακρύνονταν με τη σκέψη πως πριν τόσο καιρό -φαντάζει πια σαν να πέρασε αιώνας- ήταν ερωτευμένοι. Ένα κρυφό γελάκι και πέντε λεπτά αργότερα επέστρεφαν στους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητας τους. Δεν είχαν πλέον καιρό για ιστορίες απ' τα παλιά....



Μερικές ιστορίες δεν γίνονται ποτέ παραμύθια...
Ένα θέμα για σύντομο διήγημα.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

Υποθέτω πως πάντα ήμουν ανθεκτική στο ποτό... Πάντα έψαχνα έναν τρόπο να ζαλιστώ -να έρθω στο κέφι, έχοντας ωστόσο συνείδηση του τι γίνεται γύρω μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν δύσκολο για μένα.. Έπρεπε να πιω πολύ και τις περισσότερες φορές χωρίς να τηρήσω τους "κανόνες". Αυτή τη φορά επέλεξα ένα πιο "δραστικό" τρόπο να μουδιάσω το νου και τα συναισθήματα μου. Επέλεξα να δοκιμάσω το περίφημο υποβρύχιο - σφηνάκι ουίσκι βυθισμένο μέσα σε ποτήρι γεμάτο μπύρα, το οποίο πίνεις σαν σφηνάκι: μονορούφι. Πριν λίγες μέρες δοκίμασα πειραματικά το πρώτο μου, να διαπιστώσω αν το "σηκώνω". Σήμερα τα διπλασίασα, συνεχίζοντας με λίγα ποτήρια ουίσκι με σόδα. Τελικά το "έχω" ακόμη, κι ας πέρασε καιρός απ' την τελευταία φορά που ήπια. Σύντομα επέλεξα να συντροφέψουν αυτή μου την εμπειρία λαϊκά τραγούδια - πάντα θεωρούσα ότι αυτή η μουσική έχει φτιαχτεί για να συνοδεύει το πιώμα.. Βλέπετε -πείτε το γονίδια, πείτε το συνήθεια, δεν ξέρω- μοιάζει αταίριαστο να ακούς αγγλόφωνες μπαλάντες ή κλασικό ροκ ενώ πίνεις. Θα μου πείτε η πλειοψηφία των ροκ σταρ ήταν αλκοολικοί. Ίσως να φταίνε τα γονίδια μου.. Ίσως να φταίει η μητρική μου γλώσσα.. Ίσως με τη συνοδεία του αλκοόλ νιώθω πιο κοντά στο πρωτότυπο απ' το οποίο προήλθα, την κλασική φιγούρα της ελληνικής γης, γενετικά συνδεδεμένη με μπουζούκια, νταούλια και κεμεντζέδες. Ίσως να φταίει ο ελληνικός στίχος που με τη συνοδεία αλκοόλ φαντάζει πιο κοντά μου από ποτέ. Δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί εκείνη την ώρα που το οινόπνευμα ταξιδεύει στις φλέβες μου νιώθω την ανάγκη να ακούω ελληνικό λαϊκό τραγούδι -κι ούτε πρόκειται. Μα καθώς "αποσυντίθεμαι" πετώντας την πανοπλία της διανόησης και κρατώντας μονάχα τα ανθρώπινα, πρωτόπλαστα κομμάτια μου -στενά συνδεδεμένα προφανώς με την ελληνική ύπαιθρο- έρχομαι πιο κοντά σ' εκείνα τα πρότυπα, και μόνο εκείνα μοιάζουν να με εκφράζουν από ένα σημείο και μετά... Ένα ακόμη ποτήρι ουίσκι -προσπαθώ να πνίξω τις συγγραφικές μου παρορμήσεις και να έρθω σε επαφή με τον άνθρωπο μέσα μου. Τα γράμματα του πληκτρολογίου ξαφνικά πιέζονται με λάθος σειρά. Κόκκινες γραμμές εμφανίζονται κάτω από μερικές λέξεις.. Άραγε τις έγραψα βιαστικά ή μήπως απλά τις απορρίπτει ο ορθογραφικός έλεγχος; Οι λέξεις μοιάζουν να χάνουν τη σημασία τους.. Όπως και κάθε τι  γύρω μου. Όπως ξεθωριάζουν οι έννοιες, αφήνω να ξεθωριάσουν κι οι λέξεις... Διώχνω κάθε παρεμπίπτουσα έμπνευση μακριά. Δεν ταιριάζει σε τέτοιες βραδιές -βραδιές πόνου, αυτολύπησης, μαζοχισμού. Βραδιές που το "είναι" συζητά πιο φανερά με το "φαίνεσθαι". Βραδιές που αλήθεια και πλάνη μοιάζουν το ένα και τ' αυτό.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Τη μέρα που σε γνώρισα...

Τη μέρα που σε γνώρισα
φώτισε ο κόσμος γύρω μου.
Έμοιαζες σαν να ξεπήδησες από ένα παλιό μου όνειρο.

Ποτέ μου δεν αντίκρυσα μια οπτασία τόσο αληθινή.
Σαν να σταμάτησε εκείνη τη στιγμή ο χρόνος·
σαν να υπήρχαμε για λίγο στον κόσμο μόνο εγώ κι εσύ.

Στο βλέμμα σου είδα για λίγο τον Παράδεισο.
Η φωνή σου έφτανε στ' αυτιά μου σαν μουσική.
Το χαμόγελο σου ξεθώριασε όλα τα χρώματα του κόσμου γύρω του.
Το άγγιγμα σου μαγικό·
δεν ήθελα εκείνη η χειραψία να τελειώσει ποτέ.

Δεν χρειάστηκε να σε γνωρίσω.
Σε ήξερα από πάντα.
Ανάμεσα σε χίλιους ανθρώπους πάλι θα σε αναγνώριζα
από τη λάμψη των ματιών σου.

Δεν ήταν κεραυνοβόλος έρωτας.
Ένιωσα σαν να γνωριζόμασταν από καιρό.
Σαν χρόνια να περιμέναμε ο ένας τον άλλον.
Πότε θα συναντιόμασταν σε ένα σταυροδρόμι της ζωής.

Κλείνω τα μάτια και σ' ονειρεύομαι.
Είσαι εσύ μόνη σκέψη μου κι ελπίδα.
Σαν να μη μπορεί ο νους μου να σχηματίσει άλλη μορφή
παρά μόνο τη δική σου.

Δεν μου έκλεψες την καρδιά,
ούτε στη χάρισα.
Ήταν δικαιωματικά δική σου.
Σου άνηκε από πάντα κι ας έκανα καιρό να το μάθω.

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Ανακάλυψη ενός παλιού χειρόγραφου...

Η άβυσσος των ματιών σου.
Η φλόγα του βλέμματος σου.
Δυο ψυχές που γίνονται ένα.
Δυο κορμιά, μια στιγμή.

Ένα ατελείωτο κυνηγητό.
Ω ανεκπλήρωτε έρωτα.
Ήρθε η ώρα για το τέλος.
Όλα παίζονται απόψε...
Μια νύχτα αποπλάνησης.
Θύτης και θύμα και οι δυο.

Η νύχτα συνεργός σε μια αποπλάνηση.
Το σκοτάδι κρατά καλά κρυμμένα μυστικά.
Το τόξο του έρωτα πεταμένο σε μια γωνιά.
Τα βέλη του έχουν ήδη καρφωθεί.
Ο φτερωτός θεός κοιτά συγκινημένος από ψηλά.
Αβάσταχτη η γοητεία της αγάπης...
(2011)

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

Συχνά πίνεις για άλλα και καταλήγεις να θυμάσαι άλλα... Αυτό είναι το κόλπο του. Ο εξαίρετος πόνος της μνήμης. Κάθε ποτήρι αλκοόλ κρύβει μέσα του λίγο μαζοχισμό. Μα από ένα σημείο και μετά ο ίδιος ο πόνος γίνεται παυσίπονο. Τότε βρίσκεις μια σπάνια στιγμή ευτυχίας στη λήθη· κι ύστερα φεύγει πάλι από εκεί που ήρθε. Φέρνεις το ποτήρι στα χείλη σου κι ανταλλάσσετε ένα αισθησιακό φιλί. Άλλο ένα ταξίδι στη λήθη ξεκινά...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

Μες το ποτήρι του ουίσκι διαγράφεται όλη μου η ζωή. Το κάψιμο του αλκοόλ μουδιάζει τα χείλη μου, για να βγουν οι λέξεις απ το χέρι μου. Και τότε αρχίζω να γράφω. Λέξεις ακατάστατες, συγκεχυμένες, κατακλύζουν το μυαλό μου· το χέρι και το στυλό, κοινωνοί αυτής της εμπειρίας, γράφουν πιστά όσα τους δόθηκαν. Κάποιες προτάσεις δε βγάζουν νόημα, τα τσαπατσούλικα γράμματα κρύβουν μέσα τους συναισθήματα ευγενή -αταίριαστα οπτικά με αυτόν τον γραφικό χαρακτήρα. Το τσιγάρο σύντροφος σε τέτοιες συγγραφικές εμπειρίες. Ο καπνός του με κυκλώνει και δίνει τις απαντήσεις. Μέσα του διαγράφονται οι ιδέες που με τη συγγραφική μου πένα προσπαθώ να αγγίξω. Κοιτώ το διαυγές ξανθοκόκκινο υγρό. Μέσα του όλες οι αλήθειες που προσπαθώ να κρύψω. Όχι απ' τους άλλους, απ' τον εαυτό μου. Το "νοθεύω" με Coca-Cola· να γλυκίσει και να καταπιώ ευκολότερα τις πικρές αλήθειες. Το ποτό καθαρίζει συνειδήσεις. Το κάθε ποτήρι ένας μικρός θάνατος· περνά όλη η ζωή μπροστά στα μάτια σου και μετά κενό. Το απόλυτο τίποτα. Είναι άραγε το αλκοόλ αυτοτιμωρία ή παυσίπονο; Λίγο κι απ' τα δύο θα έλεγα. Είναι ωραία κάποιες μέρες να μουδιάζεις και να χάνεσαι. Είναι ωραίο το τίποτα. Βάλε μου λίγο ακόμη τίποτα στο ποτήρι, σε παρακαλώ.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Για πολλούς η καθημερινότητα είναι άσχημη. Όχι για μένα. Έχω μάθει να τη βλέπω σαν λευκό καμβά. Την ομορφαίνω με ιδέες και όνειρα. Όνειρα από μετάξι...
Ονειροπολώ μέρα και νύχτα. Στη μοναξιά του σπιτιού και στην πληθώρα του κόσμου έξω. Είναι στιγμές που ονειροπολώ ενώ βρίσκομαι με παρέα. Στιγμιαία, μονάχα, αφαιρούμαι, μα η φωνή των φίλων με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Ζοφερή ή όχι, δεν ξέρω να σας πω. Στο νου μου τη ζούσα πάντα σαν drama queen. Δεν το έμαθε κανείς, ποτέ. Μόνο εσείς το ξέρετε.
Τα όνειρα μου παίρνουν συχνά μορφή -έχω το συνήθειο να τα φυλακίζω σε λέξεις ή στίχους. Τις πιο πολλές φορές το έργο μένει μετέωρο, δίχως τέλος· μια άλλη ονειροπόληση έχει τρυπώσει στο μυαλό μου. Δεν τις πετώ ποτέ στον κάλαθο των αχρήστων τις μισοτελειωμένες σκέψεις. Μόνο τις αναβάλλω επ' αόριστον, μέχρι το όνειρο να μου χτυπήσει ξανά την πόρτα. Ίσως αύριο ολοκληρώσω τη σκέψη που ξεκίνησα πριν δέκα χρόνια. Μπορεί, δεν ξέρω. Ίσως να καταπιαστώ με μια καινούρια. Ίσως να δώσω μια ολότελα απρόσμενη τροπή σε μια τωρινή. Κανείς δεν ξέρει.
Το υπερκινητικό μου μυαλό παίζει παιχνίδια αξιοπερίεργα. Θέτει δικούς του κανόνες. Δεν συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερο από αυτό που θέλει. Φταίει που συμβαδίζει τόσο καιρό με μεγάλες ιδέες και εξαίρετα ιδανικά. Μόνιμος κάτοικος στη χώρα της λογοτεχνίας. Αεικίνητο στη σφαίρα της φαντασίας.  Γι' αλλού ξεκινώ κι αλλού με πάει. Και τώρα δα, δεν ήθελα να γράψω αυτά, εκείνο μου τα υπαγόρευσε. Ο νους μου έχει την τάση να συνθέτει αναρχικά. Να ζει στο δικό του κόσμο. Σωστό ή λάθος, δεν ξέρω να σας πω. Εγώ ό,τι μου είπε γράφω.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Όνειρα από μετάξι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν σε κόσμους ονειρικά πλασμένους.
Όχι γιατί γεννήθηκαν εκεί,
μα επειδή το επέλεξαν.
Ο αληθινός κόσμος ήταν πολύ σκληρός και άχρωμος για εκείνους.
Σ' εκείνον τον τόπο άνηκαν.
Περιτριγυρισμένοι από όνειρα.
Όνειρα από μετάξι...

Κάποτε έμαθα κι εγώ
ότι ο έρωτας δεν είναι για τους ονειροπόλους.

Πέρασα πρώτα μαζί σου
30 λευκές νύχτες.
Δική σου.
Μόνο.

Σου έδωσα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό
και ίσως κάτι παραπάνω.
Σου χάρισα το κλειδί που άνοιγε την πόρτα των ονείρων μου.
Για να γνωρίσεις την αλήθεια μου.
Μα εσύ δε θέλησες αυτό το δώρο.
Ζήτησες κάτι ρεαλιστικό, γήινο.
Θέλησα τόσο να στο χαρίσω..
Δεν τα κατάφερα. Δεν ήξερα πώς.
Βλέπεις.. Δεν ήμουν κομμάτι του δικού σου κόσμου.
Ήμουν πάντα κάτι άπιαστο, ένα αερικό που κατοικεί στη χώρα του ονείρου.
Προσπάθησα όμως.

Σου χάρισα στίχους και πολυσέλιδα γράμματα.
Δεν τα εκτίμησες.
Σου χάρισα αναμνήσεις και καλά κρυμμένα μυστικά.
Τα περιφρόνησες. Κοιτούσες μόνο το μέλλον.
Σου χάρισα συναισθήματα.
Θέλησες κάτι απτό.
Τέλος σου χάρισα τα δάκρυα μου.
Ήταν πλέον αργά.. Είχες προχωρήσει πια.

Δεν κατάλαβες ποτέ...
Εγώ είχα μόνο να σου δώσω όνειρα από μετάξι.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

Στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη και κοίταξα την αντανάκλαση εκείνης της άγνωστης γυναίκας. Κι όμως ήμουν εγώ. Έπιασα ένα μαντιλάκι για να αφαιρέσω το μέικ απ που σαν μάσκα έκρυβε το πρόσωπο μου. Κάθε κίνηση αποκάλυπτε κι ένα θαμμένο συναίσθημα. Σαν ένας αρλεκίνος μ' ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο. Πάει η πρώτη γωνία, πάει κι δεύτερη. Το χαμόγελο στράβωσε, κατσούφιασε. Απαλά, σαν χάδι, παίρνει μαζί του κάθε τι ψεύτικο. Μαζί με τα τεχνητά χρώματα φεύγει και το βάρος της ημέρας που πέρασε. Φεύγουν τα χρώματα και μένει μόνο ένα πρόσωπο χλωμό, σαν άδειος καμβάς. Ένα δάκρυ κυλάει στο αριστερό μου μάγουλο. Άτιμη μάσκαρα, πάντα τα καταφέρνεις να με κάνεις να κλάψω. Σαν να ξέρεις ότι το έχω ανάγκη εκείνο το δάκρυ κάθε βράδυ. Άλλο ένα πέρασμα με το μαντιλάκι. Το υγρό άγγιγμα είναι μια κάθαρση. Όχι δέρματος, ψυχής. Ξαλαφρώνεις από εκείνα τα συναισθήματα που κρατούσες κρυμμένα μέσα σου, να μην τα δουν οι άλλοι. Τώρα είμαι μόνη. Ελεύθερη να καλωσορίσω κάθε συναίσθημα και κάθε σκέψη -καλή και κακή. Να αγκαλιάσω την αλήθεια της ψυχής μου. Να γίνω ένα με τον πόνο μου. Να νιώσω ξανά(πέρασαν πια οι ώρες που ένιωθα σαν άψυχο ρομπότ!). Είναι καλός ο πόνος.. Μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανή. 
Πράξη 4η.
Ακόμη μπροστά στον καθρέφτη. Το μέικ απ σβήστηκε. Τα ψεύτικα συναισθήματα χάθηκαν. Το ζωγραφισμένο χαμόγελο σβήστηκε για πάντα. Μόνο θλίψη...