Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ύμνος σε ένα άπιαστο όνειρο...

Άπιαστα όνειρα χάραξαν το νου μου.
Τ' άγγιξα με τη φαντασία μου
κι εκείνα μου χάρισαν το φως τους.

Μια εμπειρία μαγική
απλώθηκε μπροστά μου
με χρώματα και ήχους.

Φόντο λευκό,
ζωγραφισμένο από το χέρι ενός παιδιού.
Ποιο να 'ταν άραγε εκείνο το παιδί;

              ***

Σύντομα μεταμορφώθηκαν,
πήραν το τελικό τους σχήμα
και κυκλώθηκαν από ομίχλη.

Δυσδιάκριτα όνειρα
κι εγώ διαβάτης,
στην είσοδο,
προσπαθούσα να δω τι μου έκρυβαν.

Ήταν ντυμένα με έρωτα
και νύχτες αξημέρωτες.
Στο βάθος μουσική -ζω άραγε ή μήπως πέθανα;

Μέσα από την ομίχλη,
φάνηκες εσύ.
Κυκλωμένος από νότες.
Με μάτια που έλαμπαν.

Αλήθεια ή ψέμα,
δεν έμαθα ποτέ.
Και ούτε θέλησα...

Ζήσαμε μόνοι, κρυμμένοι απ' όλους.
Εγώ κι εσύ.
Εσύ, το όνειρο.
Ένα όνειρο άπιαστο.
Όνειρο απατηλό.

Μοναδικός μας σύμμαχος η νύχτα.
Νύχτες λευκές.
Νύχτες που υπήρξαν μόνο στο νου.
Νύχτες παραδεισένιες.
Νύχτες που δεν τις έζησε κανείς,
παρά μόνο εμείς οι δυο.

Δεν τις ξέχασα ποτέ.
Εσύ, όμως, βιάστηκες.
Έφυγες και δεν είπες τίποτα.
Μ' εγκατέλειψες στο σκοτάδι.

              ***

Εκείνο το βράδυ δεν ήρθες.
Κι έμεινα εγώ να περιμένω.

Είμαι ακόμη στην ίδια θέση,
μα εσύ ποτέ δεν εφάνης.

Σαν τη γοργόνα του μύθου
που χαράχθηκε στον βράχο
και λίγο-λίγο διαλυόταν στους αιώνες.

Απέμεινα εκεί,
μόνη,
να περιμένω.

Μισή στη ζωή
και μισή δοσμένη στο θάνατο.
Ίσως και να μη ζω πια, δεν ξέρω...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ

Γεννήθηκα 4 Δεκέμβρη, μόλις έσβησε το λυκόφως, ώρα 18:43. Περίμενα να πέσει το σκοτάδι πριν αντικρίσω τον κόσμο για πρώτη φορά. Το σκοτάδι εκείνο το κουβαλώ ακόμη μέσα μου. Στις σελίδες που γράφω, μόνη μου, στο σκοτάδι ξανά.

Γεννήθηκα Δεκέμβρη, απόγευμα, στον αστερισμό του Τοξότη. Ζώδιο, λένε, διανοούμενων. Οι Τοξότες είναι συχνά φιλόσοφοι, συγγραφείς, άνθρωποι σκεπτόμενοι, με φαντασία, αιώνια παιδιά. Κοιτάζω ονόματα. Mark Twain, Jane Austen, Nostradamus, Friedrich Engels, William Blake, C.S. Lewis, Walt Disney... Επέλεξα κι εγώ αυτό το μονοπάτι ασυνείδητα. Χωρίς να ξέρω, βρέθηκα κι εγώ να πολεμώ με λέξεις, να ταξιδεύω σε κόσμους υπαρκτούς κι ανύπαρκτους με τη φαντασία μου.

Γεννήθηκα την 4η ημέρα του Δεκέμβρη. Η τετάρτη Δεκεμβρίου είναι η πρώτη μέρα που οι Εβραίοι προσεύχονται για βροχή. Έτσι κι εμένα με σημάδεψε αυτή η μέρα κι έμαθα να σιωπώ και να ακούω τη βροχή. Να δημιουργώ μ' αυτή τη μουσική υπόκρουση. Να νιώθω ζωντανή όταν η αστραπές φωτίζουν το μαύρο ουρανό, ο άνεμος λυσσομανά και οι βροντές σείουν τη γη.

4 Δεκεμβρίου γνώρισα τον κόσμο πρώτη φορά. 46 χρόνια μετά τη γέννηση της Roberta Bondar, της πρώτης Καναδής αστροναύτη. Δεν είναι τυχαίο που και για μένα τα άστρα είναι το απώτερο όριο. Κυνηγούσα πάντα το αδύνατο. 

Γεννήθηκα Τοξότης. Κάποτε διάβασα πως οι Τοξότες αγαπούν την ελευθερία στον ανώτατο βαθμό. Δεν χρειάστηκε να μου το πει κανείς. Το ήξερα από πάντα. Το ένιωθα μέσα μου. Την ανάγκη να κάνω κάτι επειδή το θέλω πραγματικά. Την ανάγκη να κάνω λάθη. Λάθη ολότελα δικά μου, που θα τα μετάνιωνα αυτά. Μάλλον επεδίωκα να διακινδυνέψω. Την απόλυτη ελευθερία τη νιώθεις μόνο όταν παίρνεις ρίσκα. Καμιά φορά κι όταν βαδίζεις με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή.

Ίσως γι' αυτό να επέλεξα να εκφράσω την ελευθερία που αποζητούσα στα χειρόγραφα μου.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Πολλοί πιστεύουν ότι συγγραφή είναι να τοποθετείς λέξεις και γράμματα στη σειρά... Κάνουν λάθος. Συγγραφή σημαίνει καταρχήν σκέψη, διανόηση, η δύναμη του νου να ξεφεύγει από τα πρότυπα και να ταξιδεύει σ' ένα κόσμο χωρίς κανόνες. Μια διάσταση αποκλειστική, ελιτίστικη σχεδόν. Οι δημιουργοί, καλλιτέχνες, συγγραφείς -πείτε το όπως θέλετε- ήταν πάντα αταίριαστοι άνθρωποι, ριζοσπάστες, τρελοί, ονειροπόλοι, επαναστάτες, απροσάρμοστοι. Εκείνοι ήταν πάντα οι απόκληροι της αποστειρωμένης, ηθικά, κοινωνίας.
Το γράψιμο για μένα ήταν πάντα μια διαφυγή. Ήταν -και είναι ακόμη- το καταφύγιο μου. Ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκα για να αδειάζω το "μαύρο κουτί" του μυαλού μου. Το λευκό χαρτί είναι, πράγματι, το μόνο μέρος όπου μπορώ πραγματικά να είμαι ελεύθερη. Ελεύθερη να δημιουργώ και να εκφράζομαι δίχως νόρμες, δίχως ορθά πρότυπα, δίχως προσποίηση, δίχως μάσκες, μακριά απ' όσα "δήθεν" φορέσαμε για να γίνουμε κοινωνικά αποδεκτοί.
Σκέψεις πολλές έχουν βασανίσει το μυαλό μου τόσα χρόνια. Ο νους μου έχει αναπτύξει μία δική του φιλοσοφία. Μελαγχολικά και μαύρα ερωτήματα έχουν περάσει κατά καιρούς. Εκείνα είναι τα χειρότερα, τα πιο επώδυνα, εκείνα που πρέπει επειγόντως να εναποθέσω στο χαρτί πριν με κάψουν. Τα περισσότερα σχετικά με τη ζωή και το νόημα της. 
Πολλές φορές αναλογίστηκα ζητήματα σχετικά με το θάνατο. Εκείνος ο κόσμος είναι μαύρος, σκοτεινός, θυμίζει υγρό κελί. Πονάει περισσότερο απ' όλα τα άλλα ζητήματα. Ειρωνεία είναι πως δεν με τρομάζει η προοπτική του δικού μου θανάτου, μα του θανάτου των άλλων. Δε φοβάμαι το θάνατο, μα τον πόνο. Όχι μονάχα τον σωματικό, μα και τον συναισθηματικό.  Όχι μονάχα τον δικό μου, μα και των άλλων. Ίσως να είναι ένας από τους λόγους που δεν θα επιδίωκα ποτέ τον θάνατο μου, επειδή δε θα ήθελα να πονέσω τους δικούς μου ανθρώπους. Αναπόφευκτα, όμως, η τροπή αυτή των συλλογισμών μου εγείρει νέα ερωτήματα.
Τι θα γινόταν αν μία μέρα πέθαινα; Πώς θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι που με περιστοιχίζουν; Θα προκαλούσε καμία διαφορά στον κόσμο ή λίγες μέρες μετά θα είχε ξεχαστεί τελείως; Ποιοι θα θρηνούσαν για μένα και θα 'ταν άραγε αληθινός ο θρήνος ή βιτρίνα; Θα λυπούσε, άραγε, ο θάνατος μου πραγματικά εκείνου που θεωρώ "δικούς μου ανθρώπους"; Θα στεναχωρούσε, μήπως, περισσότερο ανθρώπους που πέρασαν προσωρινά, μονάχα, απ' τη ζωή μου; Κι αν όντως συνέθλιβε συναισθηματικά κάποιους ανθρώπους, πόσο καιρό θα διαρκούσε ο θρήνος;
Αν πέθαινα σώζοντας κάποιον, θα επηρέαζε, άραγε, ο θάνατος μου τη ζωή του; Θα άγγιζε η ύπαρξη μου τη δική του; Ίσως αυτό το ερώτημα να μ' έκανε συγγραφέα, να μου προξένησε την ανάγκη να δημιουργώ ζωές φανταστικών ανθρώπων και με μια κίνηση των χεριών μου να τις καταστρέφω ή να τους σώζω. Να τους προσφέρω λύτρωση ή καταδίκη, χτυπώντας νευρικά λίγα μονάχα πλήκτρα. Ίσως έτσι προσπαθώ να ξορκίσω το θάνατο από μέσα μου. Επιδιώκω, ίσως, την κάθαρση αντιμετωπίζοντας τις σκοτεινότερες σκέψεις μου. Θαρρείς, σαν τις γράφω, χάνουν τη σημασία τους. Γίνονται ξανά γράμματα και λέξεις μονάχα...