Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Για τους αφανείς αυτόχειρες

Κι είναι οι ώρες που περνούν
Κι είναι οι στιγμές που όλο ζητάνε
Να επιζήσω προσπάθησα, λυπάμαι.

Σε σταυροδρόμια κολασμένα βρέθηκα ξανά
Λύτρωση αθάνατη να βρω· αλλά
Σκότος και άβυσσος εμένα καρτερούν.

Πουλιά που ελεύθερα πετούν
Όρκους και όνειρα χαμένα· νοσταλγούν
Θείο δώρο της λήθης.

Να ζήσω άλλο μη μου λες
Κι όλα όσα έγιναν εχθές
Χρέος του παρελθόντος που πληρώνω.

Φόρος ζωής
Λόγω τιμής
Αυλαία ματωμένη πέφτει τώρα.


Χειροκρότημα. 

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ


Όχι ρε φίλε, πάλι Δευτέρα, έχει καταντήσει αηδία... Φεύγουνε οι μέρες, πετούν και χάνονται κι εσύ κολλημένος, θαρρείς, στην ίδια θέση, ακινητοποιημένος από ένα ξόρκι -ή κατάρα;- να παρατηρείς τη ζωή να τρέχει. Να κυλάει σαν χείμαρρος· πηγαίος, ασταμάτητος, σαρωτικός. Για όλους εκτός από σένα. Εσύ. Υπόδουλος της φενάκης του γυαλιού. Ανίκανος να κάνεις βήμα μπρος ή πίσω. Αειθαλής ηδονοβλεψίας παγιδευμένος σ' έναν αντικατοπτρισμό ζωής, να παρακολουθείς το "εκεί" γιατί το "εδώ" δεν έχει πια κανένα ενδιαφέρον. Σαν τη γριά στο παράθυρο ένα πράγμα. 

Έχει και τη γοητεία του το γυαλί. Οι άνθρωποι μοιάζουν ποιητικά απόμακροι και όμορφοι, σαν τους κοιτάς κρυμμένος πίσω από τη διάφανη ασπίδα σου. Χαμένοι στις σκέψεις τους, δε σε βλέπουν. Κι ούτε θες. Σου αρέσει απλώς να τους παρατηρείς· να σκαρφίζεσαι ιστορίες για εξαθλιωμένες πριγκίπισσες, δράκους που έχουν στερέψει από φωτιά και ιππότες σε μεταλλικά άλογα. Πριγκίπισσες γυμνές, μακριά από το σπίτι τους και την ασφάλεια του μητρικού χαδιού, με την πλάτη γεμάτη αμυχές και μια τραγωδία ζωγραφισμένη στο βλέμμα τους. Ιππότες που ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα με καυσαέρια, κυνηγώντας πάντα το βασιλιά κτηνώδη έρωτα. Σκυφτοί διαβάτες που περπατούν γρήγορα μπροστά από το τζάμι σου, καθώς εσύ αναρωτιέσαι μήπως πέρασε από μπροστά σου κάποιος ποιητής. Στα μάτια σου λιλιπούτεια μυρμήγκια-εργάτες, στο έλεος της βασιλομήτωρος πατρίδας. 

Κι εσύ γίνεσαι ο σκωπτικός παντογνώστης, μεγαλοδύναμος και υπέρτατος, στον τσιμεντένιο θρόνο του ορόφου σου. Να κοιτάς τις μίζερες ζωές αφ' υψηλού και να νομίζεις φευγαλέα ότι εσύ τις διαφεντεύεις. Να σκίζεις προσωρινά το χιτώνιο της θνητότητας σου. Ο παντοκράτωρ Θεός του πεζοδρομίου, των αποτσίγαρων και της βρωμιάς. Μίζερος και θλιβερός όπως οι υπήκοοι σου, τα ανθρωπάκια που δημιούργησες κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν σου. 

Έχει και η εξαθλίωση την ομορφιά της. Είναι η ποίηση που της προσδίδει την αίγλη του αθάνατου και της αϊδίου δόξας. Ξακουστή εις τους αιώνες σαν μοιρολόι θλιβερό και ατέρμονο. Κι ύστερα κι εκείνο, το σύμπλεγμα ανωτερότητας του αγέρωχου βασιλέως, που εξανδραποδίζει ανώνυμους παρείσακτους και υφαρπάζει τη ζωή τους ως λάφυρο. Να τη μεταχειριστεί με αλαζονεία και να την καταποντίσει στα Τάρταρα για τη δική του αναψυχή.

Είναι η φαντασία βάρβαρος λεηλατητής, που συντροφεύει το συγγραφέα τούτες τις μοναχικές ώρες του ξημερώματος. Σαν σειρήνα γητεύει και εκμαυλίζει, θυσιάζοντας διερχόμενες ζωές για λίγες λέξεις. Λέξεις... Εθισμός, ζωή και θάνατος σε τούτα τα συνυφασμένα σύμβολα που ο άνθρωπος ονόμασε αλφάβητο, βαφτίζοντας σε μαργαριταρένια κολυμβήθρα το άλφα ως αρχή και γέννηση και το ωμέγα τέλος και αδάμαστος θάνατος.

Είναι η σημερινή καλημέρα παράδοξη, σαν τη θολούρα του μυαλού μου. Ο συγγραφέας μέσα μου θεόπεμπτος μεσσίας, οιηματίας πάντα ο ανανήψας εξαρτημένος, αποπροσανατολισμένος ξανά σε μια φάτα μοργκάνα που κυκλώνει την ύπαρξη του, υποσχόμενη τη θεία σωτηρία από τα δεινά της αλγεινής πραγματικότητας. Η συγγραφή γίνεται μέσο διαφυγής, οι λέξεις στα πόδια μου φτερά· επουράνιο δώρο να εναποθέτεις νεφέλες στο χαρτί. 

Με τούτες τις δαιδαλώδεις σκέψεις σας καλημερίζω, καθώς το νου μου κυκλώνει η σκέψη της ζωής και του θανατου· μακάβριο, ίσως, συνακόλουθο της επικαιρότητας. Αποδημία εις το σκότος. Οικεία χώρα του μυαλού μου. Οι δαίμονες ξύπνησαν. Οι αδιαφιλονίκητοι κατακτητές επιβάλλουν το ζοφερό τους πραξικόπημα. Κενό. Μια ψυχή προς πώληση ή ενοικίαση.


Δεν ξέρω πώς κατέληξα εδώ... Εγώ για μια συννεφιασμένη Δευτέρα θέλησα να γράψω.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Έπρεπε να επιβιώσω. Και για να το καταφέρω αυτό έπρεπε να σκληρύνω. Να γίνει το περίβλημα μου συμπαγές και αδιάτρητο. Ήταν καιρός ν' αρχίσω πια να σκέφτομαι κι εμένα. Από αυτό εξαρτιόταν ολόκληρη η ύπαρξη μου.

Έτσι έγινα ο δοτικός εγωιστής.

Ένα πλάσμα αξιοπερίεργο και σπάνιο. Ένα τρομαγμένο αγρίμι, που κρύβεται όταν οι προβολείς πέσουν επάνω του. Ήμουν πάντοτε εγώ, μα τώρα αγαπούσα τον εαυτό μου. Ή έστω προσπαθούσα.

Έπρεπε. Θα ήμουν νεκρή αλλιώς.

Έκρυψα τις ευαισθησίες μου πίσω από μια ατσάλινη ασπίδα και φόρεσα το προσωπείο της ευτυχίας. Ύψωσα τείχη γύρω μου, να κρατούν τον κόσμο μακριά μου. Ή εμένα μακριά τους; Δεν έπρεπε να τους αφήσω να δουν τους δαίμονες μου.

Καιρός ήταν να φροντίσω και λίγο τον εαυτό μου. Δεν τους επέτρεπα πια να με πληγώσουν.

Όσο κι αν προσπάθησα, ήταν αδύνατον να αφήσω πίσω όλες τις συνήθειες μου. Πώς μπορεί κάποιος να πάψει να νοιάζεται τους ανθρώπους; Έγινα μια ιδιόμορφη οντότητα, ένας χθόνιος θεός με χίλια πρόσωπα.

Έγινα ο δοτικός εγωιστής.

Περιέθαλπα όλα τα σπουργίτια με σπασμένες φτερούγες που έβρισκα στο δρόμο μου. Μα προτεραιότητα ήμουν πάντοτε εγώ και η επιβίωση μου.

Έπρεπε να συνεχίσω να μάχομαι. Να συνεχίσω να αναπνέω.

Μίσησα τους ανθρώπους, μα δεν κατάφερα να σταματήσω να τους αγαπώ.

Στο βασίλειο των Σκιών, που πλέον διαφεντεύω, θα βρεις κάθε λογής τραυματισμένο πλάσμα. Ακρωτηριασμένες ψυχές, έκπτωτους αγγέλους, αποκαΐδια ύπαρξης..

Όλοι προσπαθούμε να σκοτώσουμε τον άνθρωπο, για να ζήσει ο ίσκιος μας. Η ανθρωπιά είναι δηλητήριο, αλλά εμείς είμαστε αμετάκλητα εθισμένοι σε αυτή. Τρεφόμαστε από τον ίδιο μας τον πόνο.

Μάθαμε να ζούμε στο σκοτάδι και τώρα πονάνε τα μάτια μας στο φως.

Αν κάποτε ο δρόμος σου σε βγάλει κατά εδώ, να ξέρεις θα σε διώξω. Δε θέλω να σε μολύνω με τη δυστυχία μου. Δε θέλω να προσθέσεις συντρίμμια και μπάζα στο φορτίο μου.

Είμαι εγωιστής κατά αυτόν τρόπο, να προφυλάσσω εμένα κρατώντας κι εσένα ασφαλή.

Αν προσπαθήσεις να με πληγώσεις, θα βρεις μπροστά σου ένα τέρας. Θα αντικρίσεις τη ζοφερή ψυχή του δαίμονα. Έναν εγωιστή ψυχρό, σκληρό και άκαμπτο. Ήταν λάθος σου να ανοίξεις την πόρτα του βασιλείου των Σκιών.

Σαν, όμως, σε ξεβράσουν τα κύματα μισοπνιγμένο εμπρός μου, να είσαι σίγουρος ότι θα θέσω την καραβοτσακισμένη σου καρδιά υπό την προστασία μου.

Δεν έμαθα ποτέ πώς να γίνω εγωιστής. Ήξερα μόνο να κόβω κομμάτια από τη σάρκα μου και να τα χαρίζω απλόχερα. Ώσπου έμεινα μισή. Σκόρπισα τα κομμάτια μου σε παραλήπτες αχάριστους που δεν μου έδωσαν τίποτε σε αντάλλαγμα. Αντίθετα, βρήκαν την ακρωτηριασμένη μου ύπαρξη αποκρουστική και την εγκατέλειψαν να αργοπεθαίνει στις σκιές.

Οι ίδιοι μου οι δαίμονες με έσωσαν. Ήμασταν όλοι τέρατα στο βασίλειο των Σκιών. Κι ήμασταν όλοι φίλοι.

Κι εκείνοι μου έμαθαν να αναπνέω πάλι. Μόνο που δεν εισέπνευσα οξυγόνο ξανά. Ζούσα πλέον με σκοτάδι και νύχτα.

Μα έστω κι έτσι ανέπνευσα. Αποφάσισα να ζήσω.

Τότε έγινα ο δοτικός εγωιστής.
Ήταν ζήτημα επιβίωσης.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Κύκνειο άσμα

Προτού το νήμα κόψω
Το στερνό
Κι αντίο ζωγραφίσει
Στα νέφη
Η πνοή μου.
Παγωμένη και
ιπτάμενη
Το δημιουργό της να βρει γυρεύει
Σε θρόνους και θρήνους
Στο τέλος της ζωής μου
Σαν θα φτάσω
Αναπόδραστα
Ηττημένη
Απ'τη τη θνητή μου σάρκα
Και τον βασιλιά θάνατο.
Πριν εξαϋλωθώ
-Χους εις χουν-
Και σκορπιστω στον άνεμο.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

Σκέψεις εν ώρα σιωπής

Πέντε αισθήσεις
ατελείς
και περιορισμένες.

Σου δίνουν το μέσο
να γνωρίσεις όλο τον κόσμο
και ταυτόχρονα
σε δένουν
με νοερά σχοινιά
στο φθαρτό σου σώμα.

Απελπιστικά θνητό
και μονοδιάστατο.
Γέφυρα και τείχος την ίδια στιγμή.

Ανυπότακτη φαντασία·
τέμνεται
και ταξιδεύει.
Ρευστή κοιλάδα συγκινήσεων.

Και ο νους, η λογική,
ο ψυχρός τοκογλύφος
που επιτοκίζει επιθυμίες
και συναισθήματα
μεταμορφώνεται σε
άκαμπτη τροχοπέδη
που ξαφνικά
χάνει τη δύναμή της.

Το συμπαγές σώμα διαλύεται
κι εκατοντάδες μόρια πετούν
στο άπειρο, στο αιώνιο, το αειθαλές, το ατέλειωτο.

(25 Αυγούστου 2015)

ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ

Στις νύχτες, στους άδειους ουρανούς,
σε φεγγαρόλουστες ακτές.
Πρώτη φορά και τελευταία.
Σαν από πάντοτε οικεία.
Ψέμα γλυκό
σαν δηλητήριο το πίνω.
Ιουλιέτες κι άλλες για να συναντήσω.
Μικρή καρδιά
άδεια αγκαλιά
ναυαγισμένο πλοίο.
Νύχτα γραφής
νύχτα σιωπής
μοναχικές οι νύχτες.
Πόθοι και μυστικά
ανομολόγητες σκέψεις.
Άστρα δίχως όνομα
ήλιοι δίχως φως
στόμα χωρίς φωνή
σώμα δίχως πνοή.
Σκοτάδι.

(25 Αυγούστου 2015)

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

25 Αυγούστου 2015

Έρεβος

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΑΙΣΙΟΔΟΞΑ.
Κάτι με εμποδίζει να συνθέσω ένα κολλάζ χαρούμενων λέξεων. Δεν μου ταιριάζει το happy end.
Τα γραπτά μου είναι σκοτεινά και επώδυνα. Η ευτυχία δεν τους πρέπει.
Μα εγώ δεν ήμουν πάντοτε καταραμένος ποιητής.
Τι άλλαξε;
Νιώθω δυστυχισμένη; Όχι ιδιαίτερα. Όχι περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. Νιώθω ευτυχισμένη; Ναι, κάποιες στιγμές τη ζωή μου χρωματίζει ειλικρινής ευτυχία. Όπως όλοι.
Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, με συνηθισμένες στιγμές, συνηθισμένες λέξεις και πράξεις.

Συνήθεια... Οκτώ γράμματα, τέσσερις συλλαβές, τονισμένη στην προπαραλήγουσα. Σύνθετη λέξη. Ένα "συν" που υπερτονίζει και πολλαπλασιάζει το έθος. Ένας υπέρ του δέοντος εθισμός σε μια πραγματικότητα άδεια. Κενό.

Προ δύο και κάτι χιλιετιών, ο Αριστοτέλης έγραψε ότι αρετή είναι το μέσον ανάμεσα σε δύο υπερβολές. Τότε γιατί το ενδιάμεσο μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας φαντάζει τόσο άσκοπο και θλιβερό; Γιατί φαντάζει υπερβολή και όχι μέση;
Η συνήθεια με κάνει να αισθάνομαι ανούσια κι ελαττωματική. Ένας ατελής άνθρωπος, με αδυναμίες που τον κρατούν σιδηροδέσμιο σε μια ζωή που δεν διάλεξε. Είναι, άραγε, η συνήθεια δυστυχία; Είναι σκλαβιά; Είναι κελί και ατσάλινες χειροπέδες;
Ή μήπως εγώ την αντιλαμβάνομαι έτσι, παρασυρμένη από κάποιο ελάττωμα στην κατασκευή μου;
Τι με ωθεί να νιώσω οδυνηρά περιορισμένη, αιχμάλωτη του μυαλού μου;