Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΝΥΚΤΟΣ

Αγαπώ το ξενύχτι, το ποτό και το τσιγάρο. Τις μικρές δόσεις θανάτου που μου υπενθυμίζουν ότι είμαι ακόμη ζωντανή. Αγαπώ το τίποτα, γιατί με βοηθά να αισθάνομαι "κάτι". Υπάρχω ή όχι; Ζω ή πέθανα; Κατά βάθος το ξέρω, οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα μου. Θέλω, όμως, στ' αλήθεια να τις βρω;

Αγαπώ τα πανσέληνα βράδια, μα πιο πολύ αγαπώ τα άδεια φεγγάρια, γιατί μου θυμίζουν εμένα. Σαν απογοητευμένα "Σ' αγαπώ" που έμειναν μισά και υψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα να μας θυμίζουν την έλλειψη τους.

Θέλω να κατηγορήσω κάποιον για τη δική μου κατάντια, για το δικό μου απύθμενο κενό· δεν φταίει, ωστόσο, κανείς γι' αυτό που νιώθουμε μέσα μας. Κι όσοι μας αγαπούν στ' αλήθεια θα πρέπει να μας αγαπούν γι' αυτό που πραγματικά είμαστε. Να μας αγαπούν με όλα μας τα κενά και για όλα μας τα μειονεκτήματα...

Ετοιμοθάνατες νότες

Μαύρο νυφικό
και γκρίζο πέπλο.
Άλλος ένας έρωτας που έσβησε νωρίς.
Μουντά πορτραίτα νεκρής φύσης
στολίζουν το έρημο δωμάτιο.
Μόνη παρουσία οι παράταιρες νότες·
χορδές μιας ετοιμοθάνατης κιθάρας.
Το κύκνειο άσμα της έμελλε να είναι
η αυλαία.
Το ρέκβιεμ απατηλών ονείρων,
του ανυπεράσπιστου έρωτα,
αντηχεί παντού.
Στο αυλακωμένο ξύλο
στα ραγισμένα πλακάκια
στα σκορπισμένα κίτρινα φύλλα.
Ερήμωσε η πλάση μαζί με τις καρδιές·
το μοιρολόι του απελπισμένου έρωτα δεν ακούγεται πια...

Μαύρα Μεσάνυκτα

Μια φωνή ακούστηκε στο βάθος...
Εκεί,
στο τέλος του κόσμου.

Το τελευταίο φως
σ' ένα σύμπαν που επικρατεί μονάχα σκοτάδι.
Εκεί που τα χρώματα σβήνουν,
κι έτσι, μουντά,
δεν θέλει να τα βλέπει κανένας.
Οι ήχοι σιώπησαν ξαφνικά
κι αντιλαλεί παντού η μουσική της σιγής.


Χρόνια χαμένα
κι όσα δεν έζησες
σε αντικρίζουν περιπαικτικά πριν εξαφανιστούν·
δεν θα γυρίσουν ξανά.

Διωγμένοι, κατατρεγμένοι,
από κάθε Παράδεισο,
από κάθε ευτυχία,
άνθρωποι μόνοι.


Νόμιζα ήταν η Κολαση.
Τελικά ήταν μονάχα το Καθαρτήριο...

Παραδεισένια Ναυάγια

Μεγαλώνουμε μόνοι.
Όσοι άνθρωποι κι αν μας περιστοιχίζουν,
η μοναξιά γίνεται η ταυτότητα μας.
Μέσα στο πλήθος διακρίνεις καραβοτσακισμένες ψυχές,
βυθισμένες ελπίδες, συντρίμμια αθωότητας.
Άγνωστες ιστορίες
συνθέτουν ένα σκοτεινό κολλάζ,
ένα ρέκβιεμ για μοναχικές καρδιές.

Άκουσε το τραγούδι, είναι η μελωδία του πόνου σου.
Άνοιξε την καρδιά σου, αγκάλιασε τον και γίνετε ένα.
Όταν πάψεις να τον αρνείσαι θα σου μαρτυρήσει τα μυστικά του.
Μονάχα έτσι θα μεγαλώσεις·
προχωρώντας μόνη. 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΙΝΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΟΥ

Άλλο πια δεν έμεινε στη μνήμη μου,
μονάχα εκείνες οι ακτές.
Νύχτες πανσέληνες·

Τα κύματα ψιθύριζαν στα αυτιά μου
μια μελωδία μυστική, μεθυστική.
δική μου και δική τους.
Έτσι έμειναν στη μνήμη
-σαν συνωμοσία της φύσης, μαγική.


                   ***

Κανείς δεν μιλάει πλέον για εκείνον τον απαλό παφλασμό.
Οι ζωές τους φαντάζουν πολύ σημαντικές
για να αναλώνονται σε αρχαίες μαγείες της φύσης.
Κανείς δεν ακούει πια το τραγούδι της.
Κανείς δεν υμνεί το μεγαλείο της.
Κανένας δεν μιλάει πια για μακρινές ακτές...


                   ***

Σαν όνειρο,
σαν οπτασία,
σχηματίζεται η μορφή σου ακόμη στον αφρό.
Ο ρομαντικός χορός του νερού και της άμμου
μιλά για σένα, μόνο για σένα.
Κι ένα "γιατί;" πλανάται στον αέρα.

Τα ψαροπούλια σε ψάχνουν
και φάλτσα για σένα τραγουδούν
μα εσύ δεν εφάνης ποτέ.
Και τούτες οι ακτές έχουνε γίνει για σένα
χώρες ξένες, μακρινές.

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα·
με νύχτες πανσέληνες, στίχους και κύματα...

Το κυνήγι του πόνου

Ένας κρότος και μετά σιωπή·
χάθηκε ο κόσμος μέσα στη δίνη του χρόνου.
Τα παλιά, που ακόμη ποθώ,
μοιάζουν σαν να μη συντελέστηκαν ποτέ
-μια φενάκη σε κόσμο απατηλό.

Σαν σκουριασμένη λεπίδα
με σκίζει ο πόνος στα δύο·
αργά, επίμονα, βασανιστικά.

Τι ζητώ και πού ανήκω;
Ποιο ουράνιο τόξο έχω για οδηγό;
Ο ουρανός σκοτείνιασε, πυξίδα καμιά, μόνο βαδίζω στο άγνωστο.

Αναζητώ το ψέμα ή την αλήθεια;
Ίαση ή αρρώστια;
Στα άδεια μπουκάλια διαγράφεται η επόμενη μέρα,
μια στιγμή θανατηφόρας διαύγειας μες τη θολούρα.

Πύρινη πένα
για μένα κυλά στο χαρτί.
Πονώ και λυτρώνομαι συνάμα.

Μια κάθαρση που δεν ήρθε ποτέ
-δηλητήριο ξανά κυλάει στις φλέβες.
Μέχρι να νιώσω εκείνο που ψάχνω,
μέχρι ευτυχία και πόνος να γίνουν ένα,
μέχρι το τέλος του κόσμου.

Κυνηγώντας τα απίθανα,
έχασα τα απλά.
Κυνηγώντας τις Χίμαιρες,
ξέφυγαν τα θηρία της ζούγκλας...

Τέχνης Τραγούδια

          Ι

Πάντα εγώ ο καταραμένος ποιητής
κι εσύ το λευκό χαρτί που αμαυρώνεται.
Εγώ το σκοτάδι
κι εσύ ουράνιο φως.
Είσαι εσύ ο Παράδεισος
κι εγώ ο έκπτωτος άγγελος.
Πάντα εγώ ο κακός στο δικό μου παραμύθι.
Ο εαυτός μου, ο χειρότερος εχθρός μου
και ο μεγαλύτερος φόβος μου.

Είμαι εδώ -μ' ακούς;-
και γράφω ασταμάτητα.

Νύχτες αξημέρωτες, κρυμμένες πίσω από έναστρες περσίδες,
διαβάζουν σιωπηλά τους αφηρημένους μου στίχους
-ανομοιοκατάληκτους, ατελείς, βυθισμένους στην ταπείνωση.
Στίχοι σκυθρωποί και απόκοσμοι
γιατί μοιάζουν σε μένα.


         ΙΙ

Έτσι αγαπούν και πονούνε οι άνθρωποι.
Μοναχικές καρδιές,
απελπισμένες φιγούρες μες το πλήθος.
Είναι η θλίψη μόνιμος σύντροφος
και δεν γνωρίζουν γιατί.
Δεν έμαθαν ποτέ να μιλάνε με στίχους,
δεν συστήθηκαν ποτέ με το σκότος μέσα τους.

Μα εκείνο ποτέ δεν τους άφησε,
όσο κι αν αγνοούσαν την ύπαρξη του.
Σχημάτισε μίζερες μορφές,
ανθρώπους μοιρολάτρες
ημιμαθή άτομα που δεν ξέρουν να αγαπούν την ποίηση.

Δηλητηριώδεις συνειδήσεις, που περιφρονούν την τέχνη
και σκοτώνουν τη δημιουργικότητα.

Θλιβερές Ιστορίες

Μέσα από τη βροχή αναδύεται εκείνη·
μια μορφή λαβωμένης γυναίκας.
Σαν να βαδίζει αόρατη,
κανείς δεν την είδε,
κανείς δεν την ξέρει.

Βαδίζει αμίλητη,
σκυθρωπή,
μια μελαγχολική φιγούρα στο πλήθος.
Τι ψάχνει άραγε;

Σκόρπιες εικόνες περνούν απ' το μυαλό της,
στο βάθος πάντοτε εκείνος.
Ο τέλειος άγνωστος
-τον ερωτεύτηκε αιφνιδίως.
Σαν κοριτσάκι δεκαέξι χρόνων
που γνώρισε τον κεραυνοβόλο έρωτα.

Συνεχίζει να προχωρά πληγωμένη,
φορώντας ένα γυάλινο προσωπείο
-έτοιμο από στιγμή σε στιγμή να σπάσει.
Γιατί δεν την παρατηρεί κανείς;

Μια ιστορία κάποτε όμορφη
αρχειοθετήθηκε κι εκείνη στην κατηγορία της τραγωδίας.
Ο απογοητευμένος έρωτας καταχωνιάστηκε στο σκουριασμένο συρτάρι.
Τα άλλοτε ζωτικά συναισθήματα έγιναν θηλιά στο λαιμό
-και την έπνιξαν.

Σκοντάφτει και σωριάζεται στο μονοπάτι.
Μονάχη και αβοήθητη,
εκτεθειμένη στην ανελέητη μοίρα.
Ο κόσμος προσπερνά βιαστικός·
κανείς δεν έχει χρόνο για θλιβερές ιστορίες...