Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ν' αγαπώ τον εαυτό μου και να τον μισώ ταυτόχρονα... Έμαθα να κλαίω χωρίς ντροπή και να γελάω με την ψυχή μου... Έμαθα να μη μετανιώνω γι' αυτά που αισθάνθηκα και να μην κοιτάω πίσω γιατί έχανα το δρόμο μπροστά μου... Μέσα από τις πιο μοναχικές στιγμές μου έμαθα ποια είμαι πραγματικά... Ο εαυτός μου ο χειρότερος εχθρός μου και ο φύλακας άγγελος μου...
Δεν είναι τόσο πεζή η καθημερινότητα, όσο την παριστάνουν μερικοί... Φτάνει μια λεπτομέρεια για να μετατραπεί σε γιορτή... Ένα λουλούδι στο κομοδίνο, ένα κερί στο τραπέζι, ένα χαμόγελο πλατύ... Δε φταίει η καθημερινότητα...
Η φαντασία φταίει που δεν την κάνει παρέα.....
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Those who dream by day are cognizant of many things which escape those who dream only by night - Edgar Allan Poe

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

The summer that never was..(part 2)



Η Συνάντηση




Η μοίρα..
Η μοίρα μπορεί πραγματικά να παίξει πολύ άσχημα παιχνίδια. Μπορεί ν' αργήσει πολύ, μπορεί να στείλει τα πιο ασυνήθιστα σημάδια, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουροˑ το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον.

Πολλά μπορούν να συμβούν μέσα σ' ένα καλοκαίρι. Ένα βράδυ, μια συνάντηση, μια γνωριμία, είναι αρκετά για ν' αλλάξει μια ολόκληρη ζωή.

Εκείνο το καλοκαίρι που η Κ. γνώρισε τον Α. ήρθαν τα πάνω κάτω στη ζωή της. Μέσα σε τρεις μήνες έζησε τον απόλυτο, τον υπέρτατο έρωτα στην αγκαλιά του. Μέσα σε τρεις μήνες ανακάλυψε όλες εκείνες της πτυχές του εαυτού της που επιμελώς έκρυβε τόσα χρόνια. Μαζί του γνώρισε την αγάπη, την ελπίδα, τη δίψα για ζωή. Τη μέρα που ο Α. έφυγε για την επόμενη περιπέτειά του, διαλυμένη έθαψε τ' απομεινάρια της σχέσης κι όσα κομμάτια του εαυτού της της έμαθε αυτός. Δύο ακόμη μήνες πέρασαν μέχρι που έλαβε το “γράμμα” του, το άρθρο με την ιστορία του έρωτά τους. Εκείνη τη μέρα επέλεξε ν' ακολουθήσει επιτέλους τα όνειρά της. Δύο μήνες μετά άνοιξε την πόρτα, άφησε κατά μέρους τα δέκα ΟΧΙ της και κίνησε αποφασιστικά στο μέλλον της. Ένα χρόνο μετά ο Α. έλαβε το δικό της γράμμα.
Η περιπέτεια της ζωής της είχε μόλις αρχίσει...


Άλλος ένας χρόνος πέρασε και η Κ. ήταν πανευτυχής. Έκανε αυτό που επιθυμούσε πάντα, κυνηγούσε με επιτυχία το όνειρό της. Ένα μόνο πράγμα της έλειπε.. Για την ακρίβεια ένα άτομο. Δεν περνούσε μέρα που να μην τον σκεφτεί. Άλλωστε, αν δε γνώριζε τον Α. εκείνο το καλοκαίρι, πιθανότατα αυτή τη στιγμή να ήταν δικηγόρος, ικανοποιώντας τις προσδοκίες των γονιών της.

Οι προσδοκίες... Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που τα δέκα ΟΧΙ οδηγούσαν τη ζωή της, κι έμοιαζε σχεδόν να τα έχει ξεχάσει. Μπορεί για πολύ καιρό να ήταν μεγάλο κομμάτι της ζωής της και μόλις τώρα να μάθαινε πως να ζει χωρίς αυτά, αλλά πλέον δεν την επηρέαζαν πια.

Βαθιά χαραγμένη στη μνήμη της ήταν η μέρα που ανακοίνωσε στους γονείς της τα σχέδιά της για το μέλλον. Πίστευε ότι θα ήταν μια δραματική συζήτηση, με φωνές και κλάματα και τη λέξη “αχαριστία” σαν μαχαιριά στο στήθος. Τίποτα, όμως, απ' όλα αυτά δεν έγινε. Οι γονείς της ξαφνιάστηκαν, ανησύχησαν -απογοητεύτηκαν λιγάκι- αλλά την υποστήριξαν. Δεν το 'θελαν, αλλά έπρεπε να την αφήσουν ν' ανοίξει τα φτερά της. Ήξεραν πως αν δεν ήταν στο πλευρό της τώρα που το είχε ανάγκη, θα την έχαναν μια για πάντα. Της θύμισαν λίγο τον πατέρα του Σαντιάγοˑ ίσως κι αυτοί να ονειρεύονταν κάποτε το ίδιο. Ίσως και αυτοί να άφησαν τα όνειρά τους για χάρη των προσδοκιών. Σε αντάλλαγμα, η Κ. υποσχέθηκε στον εαυτό της να κατακτήσει το όνειρό της και να πετύχει. Να τους ευχαριστήσει για την υποστήριξη και να τους κάνει περήφανους ξανά.

Είχε περάσει καιρός από τότε κι όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά. Το όνειρό της δεν την είχε απογοητεύσει κι η τύχη ήταν ευνοϊκή. Λες και το σύμπαν συνωμότησε γι' αυτήν. Ξανά.

Τότε αποφάσισε να κάνει επιτέλους το ταξίδι που ονειρευόταν από την αρχή. Θα πήγαινε στην Ισπανία, θα διέσχιζε τις Ανδαλουσιανές πεδιάδες και θα έψαχνε ένα παρεκκλήσι με μια συκομουριά στην αυλή του. Κι αν το έβρισκε θα ξάπλωνε εκεί -κάτω απ' τον έναστρο ουρανό- και θα ονειρευόταν το Σαντιάγο, το βοσκόπουλο που -όπως κι αυτή- ρισκάρισε τα πάντα για να κυνηγήσει τον Προσωπικό του Μύθο.

Η μοίρα, όμως, είχε πολλά παιχνίδια που δεν της είχε παίξει ακόμη. Την ίδια απόφαση πήρε και ο Α. και οι Ανδαλουσιανές πεδιάδες ήταν και ο δικός του προορισμός. Θα έψαχνε το ίδιο παρεκκλήσι, θα κοιτούσε τον ίδιο ουρανό, θα έγραφε για την ίδια εμπειρία. Το σύμπαν θα συνωμοτούσε άλλη μια φορά να έρθουν κοντά αυτοί οι δύο.

Έφτασαν την ίδια μέρα, με μία ώρα διαφορά. Ένα μικρό πανδοχείο τράβηξε την προσοχή τους αμέσως και αποφάσισαν και οι δύο να μείνουν εκεί. Κι όμως για μία ολόκληρη εβδομάδα δε συναντήθηκαν πουθενά... Όλη μέρα περιπλανιόνταν μόνοι γύρω απ' το γραφικό ισπανικό χωριό, στις καταπράσινες πεδιάδες και τα μεσαιωνικά κάστρα, κυνηγώντας αόρατους Μαυριτανούς πειρατές και ψάχνοντας κρυμμένους θησαυρούς. Λες κι είχαν ξαναγίνει παιδιά που έπαιζαν με χάρτινα σπαθιά και ψάθινα καπέλα. Όλη μέρα ταξίδευαν με τη φαντασία τους κι όλη νύχτα έγραφαν τα πιο παραμυθένια άρθρα -με μια δόση μαγικής νεραϊδόσκονης. Άρθρα παιδικά, μ' ένα αριστουργηματικό τρόπο. Άρθρα που αν τα ένωνες έφτιαχναν μια ουτοπία, που όλοι έχουμε ονειρευτεί μικροί. Κι όμως.. Δε συναντήθηκαν πουθενά. Τα άρθρα τους έμειναν προς το παρόν προσωπικά. Μόνο δικά τους. Ήταν σημαντικό να το ζήσουν αυτό μόνοι τους, να θυμηθούν τη χαμένη τους αθωότητα, πριν η μοίρα τους ενώσει ξανά. Κι αυτό γιατί η μούσα τους έτσι το θέλησε.

Ένα πρωινό, η Κ. νόμιζε ότι τον είδε. Ο Α. ένιωσε το βλέμμα της. Αλλά μέχρι να γυρίσει ήταν πολύ αργά. Η Κ. είχε φύγει. Είπαν κι οι δύο ότι δεν έγινε ποτέ και συνέχισαν να παίζουν ανέμελα με τους φανταστικούς τους φίλους. Η Κ. εκείνη τη μέρα ήταν ένας μεσαιωνικός ταξιδιώτης, στο δρόμο για την Αίγυπτο. Ο Α. ένας Μαυριτανός κατακτητής που έψαχνε την τέλεια κρυψώνα για τα λάφυρα του. Εκείνο το βράδυ η πολυαγαπημένη μούσα κάθε συγγραφέα τους είχε προσφέρει λίγη παραπάνω έμπνευση. Μια -σχεδόν- συνάντησή τους ήταν αρκετή για να δημιουργήσει πυροτεχνήματα.

Το επόμενο πρωί ξύπνησαν κι οι δύο μ' ένα περίεργο προαίσθημα. Ένιωθαν ότι έκρυβε κάτι το μεγαλειώδες εκείνη η μέρα, μόνο που δε μπορούσαν να προσδιορίσουν τι ακριβώς. Εκείνο το απόγευμα αποφάσισαν και οι δυο να μείνουν στα όρια του χωριού και να ονειροπολήσουν αυτή τη φορά απ' τη μικρή πλατεία του. Στο κέντρο αυτής της γραφικής πλατείας υπήρχε ένα αιωνόβιο δέντρο, αειθαλές όπως η αγάπη τους. Αυτό το δέντρο σκέφτηκαν ότι θα ήταν η έμπνευσή τους. Σε κάθε ταξίδι έγραφαν ένα άρθρο για την αγάπη τους -εμμέσως πλην σαφώς και για τους δυο. Αυτές οι ιστορίες, όμως, ήταν που τους βοήθησαν να επιτύχουν. Ήταν ότι πιο εμπνευσμένο μπορούσε να γραφτεί για ένα ταξίδι. Κι οι δύο έγραφαν για τον έρωτα-κατακτητή. Τον ολοκληρωτικό αυτό έρωτα που αναλώνει όλο σου το είναι. Γι' αυτόν και το μετά. Είχαν όμως ένα τρόπο να αφήνουν μια γλυκόπικρη αίσθηση μελαγχολίας -αντί να βασιλεύει η κατάθλιψη.

Φτάνοντας στο δέντρο δε μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Απέναντι απ' τον καθένα ο έρωτας της ζωής του, το πρόσωπο που ήθελε να δει πιο πολύ από το κάθε τι. Ο ήλιος άλλη μια φορά εγκατέλειπε τον ουρανό με όλα τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, κι ένα ζεστό αεράκι -με άρωμα άμμου- φύσηξε εκείνη τη στιγμή νοτιάς. Ένα ρομαντικό φως είχε λούσει και τους δυο. Νόμιζαν κι οι δύο πως βρέθηκαν ευθύς στην έρημο και πως αυτό που έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους ήταν μια οφθαλμαπάτη. Πώς είχαν μια ολοζώντανη φενάκη απέναντί τους.

Πλησίασαν με αργά και σταθερά βήματα -κοιτώντας πάντα ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου. Τα βλέμματα τους βαθιά, όπως πάντα, που νόμιζες ότι κοιτάζονταν οι ψυχές τους. Αυτή η συνάντηση είχε κάτι το μαγικό, που κανείς δε μπορούσε να πιστέψει ότι το ζούσε. Τα κορμιά τους, θαρρείς μαγνητισμένα, πλησίαζαν σιγά μα ανυπόμονα το ένα τ' άλλο. Ο χρόνος λες κι είχε σταματήσει ανάμεσά τους, ένιωθαν σαν να είχαν περάσει μέρες, μήνες, αιώνες κι ακόμη έκαναν εκείνα τα βήματα. Η απόσταση μεταξύ τους αργούσε τόσο βασανιστικά να καλυφθεί. Ύστερα από ένα κολοσσιαίο λεπτό, βρέθηκαν τελικά πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Α. άπλωσε αμήχανα τα χέρια του να την αγκαλιάσει, όπως έναν παλιό γνωστό.

Η ανάσα του άγγιζε το δέρμα της, σαν το κύμα που σκάει στη στεριά. Τα δυνατά του χέρια αγκάλιαζαν απαλά τη μέση της. Τα χείλη του σχεδόν ακουμπούσαν τα δικά της. Ήταν τόσο κοντά, μα τόσο μακριά. Ένα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική της στήλη κι άνοιξε τα μάτια της διάπλατα. Το βλέμμα του, σαν μαχαίρι καρφωμένο στο δικό της, έβλεπε μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής της. Η αγκαλιά τουˑ το μόνο μέρος όπου ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη. Άπλωσε τα χέρια της πάνω στα μπράτσα του και τον κράτησε γερά, θέλοντας αυτή η στιγμή να κρατήσει για πάντα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ρουφώντας αχόρταγα το κάθε δευτερόλεπτο μαζί του. Είχε απομείνει να τον κοιτά μαγεμένη, με χείλη μισάνοιχτα που απεγνωσμένα ζητούσαν το φιλί του. Αυτός έπρεπε να συγκεντρωθεί για να συνεχίσει ν' αναπνέει. Κάθε κύτταρο του κορμιού του ήθελε να κάνει αυτό το ένα βήμα παραπάνω. Η σκέψη του πετούσε σε αυγουστιάτικα φεγγάρια και μαγικά ηλιοβασιλέματα. Έσκυψε αργά και της έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη. Ήταν μια αδιόρατη κίνηση για τα περισσότερα βλέμματα, αλλά γι' αυτούς ήταν πολλά παραπάνω. Ήταν σαν να γράφτηκε η ιστορία τους απ' την αρχή, μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο. Αυτό το φιλί ήταν και η μοναδική ανάμνηση από τον έρωτά τους. Το μοναδικό πράγμα που τους υπενθύμιζε ότι αυτό που έζησαν ήταν αληθινό, πως δεν υπήρξε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, ήταν έτοιμη να εκραγεί. Και η δική του θαρρείς ήθελε να φύγει από το στήθος του. Εκείνο το φιλί είχε γεύση καλοκαιριού, θα ορκιζόταν ότι ένιωσε την αλμύρα των κυμάτων. Ένιωσαν κι οι δυο σαν να μη πέρασε μια μέρα από τότε. Το φιλί τους, τόσο βαθύ όσο το πρώτο τους, ένωσε για λίγο τις ψυχές τους. Η αγάπη τους ήταν αναλλοίωτη κι η φλόγα στις καρδιές τους άσβεστη. Ήταν ολοφάνερο ότι εκείνο το δέσιμο που είχαν απ' την πρώτη στιγμή ήταν ακόμη ζωντανό. Είχαν κι οι δύο χρόνια να νιώσουν έτσι. Αν την πρώτη φορά νόμιζαν ότι ήταν αδελφές ψυχές, τώρα ήταν σίγουροι. Το πεπρωμένο τους είχε παίξει γι' ακόμη μία φορά το παιχνίδι του, κι αυτοί έπεσαν πάλι στην παγίδα του.

Όσο ξαφνικά ήρθαν κοντά, άλλο τόσο ξαφνικά χωρίστηκαν. Με μια απότομη κίνηση, σαν να τους χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, τινάχτηκαν και οι δυο ταυτόχρονα. Χαιρετήθηκαν αμήχανα και κάπως άγαρμπα και πήραν χωριστούς δρόμους. Κανείς δεν ήταν έτοιμος γι' αυτή τη συνάντηση. Παρότι υπήρχε πάντα η πιθανότητα κάπως, κάπου να συναντηθούν ξανά, η αλήθεια είναι πώς κι οι δύο ήταν σίγουροι ότι αυτό δε θα συνέβαινε. Η μοίρα συνωμοτεί μόνο μια φορά.
Έκαναν, όμως, λάθος.

Εκείνο το βράδυ η Κ. κάθισε και σκέφτηκε. Τα πάντα. Την απογευματινή συνάντηση με τον Α., εκείνο το καλοκαίρι, αυτά που έμαθε από αυτόν και τη σχέση τους, όλους τους κανόνες που αψήφισε για ν' ακολουθήσει τ' όνειρό της, τις προσδοκίες που για πολλά χρόνια ήταν τα δέκα ΟΧΙ στο δρόμο της. Πόσο καιρό είχε να τις συλλογιστεί.. Τις είχε σχεδόν ξεχάσει, λες και δεν υπήρξαν ποτέ. “Πώς τα φέρνει έτσι η ζωή” είπε αφηρημένα και το βλέμμα της έπεσε στα βιβλία που τη συντρόφευαν στο ταξίδι της. Πάνω-πάνω ήταν ο “Αλχημιστής”, αναμενόμενο, καθώς ακολουθούσε τα βήματα του Σαντιάγο. Ξαφνικά το βλέμμα της φωτίστηκε κι όλα απέκτησαν νόημα. Αν κάτι είναι γραμμένο, θα βρει έναν τρόπο να γίνει. Γιατί, πράγματι, λίγα είναι μοιραία, αλλά για να συμβούν αυτά θα έρθουν τα πάνω κάτω. Θάλασσες θα χωριστούν και στεριές θ' ανταμώσουν αν είναι απαραίτητο, αλλά η μοίρα θα τα φέρει εν τέλει όπως αυτή θέλει.
Μεκτούμπ” είχε πει ο Σαντιάγο. Πόσο δυνατή φαινόταν αυτή η λέξη τώρα...

Δεν ξέρω κατά πόσο πιστεύω στη μοίρα, ξέρω όμως ότι χρειάζεται και προσωπική προσπάθεια για να κερδίσεις την εύνοιά της. Κι αν όλα γίνονται για κάποιο λόγο, πάντα υπάρχει η στιγμή που πρέπει να πάρεις τις δικές σου αποφάσεις. Γιατί η ζωή είναι ένα σύνολο επιλογών, με διαστήματα τύχης. Η μοίρα σε οδηγεί -με φαινομενικά τυχαία γεγονότα- στο μονοπάτι, αλλά εσύ διαλέγεις αν θα το ακολουθήσεις μέχρι τέλους ή θα ξεστρατίσεις.ξεκίνησε να γράφει στο άρθρο της Απ' την άλλη, κάποιες στιγμές σου στήνει μια παγίδα που δεν μπορείς να αποφύγεις. Και τότε παρουσιάζεται στο δρόμο σου ένα σταυροδρόμι. Για τον πρώτο δρόμο έχεις μια ιδέα που θα σε οδηγήσει, ο δεύτερος ξέρεις πού ξεκινάει, μα στη συνέχεια είναι γεμάτος στροφές και κρυμμένος πίσω από φυσικά εμπόδια. Το θέμα είναι ότι νιώθεις πώς ανήκεις και στους δύο, αλλά ο Προσωπικός σου Μύθος κρύβεται μόνο σε έναν. Πώς ξεχωρίζεις τότε ποιος είναι ο Μύθος σου και ποιο μονοπάτι να διαλέξεις; Ο Κοέλιο έχει κάνει μεγάλη ζημιά...για πρώτη φορά μετά από καιρό βρισκόταν σε δίλημμα, αυτή τη φορά, ωστόσο, δεν είχε άπλετο χρόνο να διαλέξει.

Όσο προσπαθούσε να σκεφτεί λογικά, τόσο η καρδιά της έστελνε απεγνωσμένα μηνύματα. Κι αν προσπαθούσε να μείνει ψύχραιμη, όλο της το είναι την ωθούσε να κάνει σπασμωδικές κινήσεις. Μετά από ένα βράδυ χαμένο στην τρικυμία της ψυχής της, αποφάσισε να κάνει κάτι εξαιρετικά ανόητο μα αποτελεσματικό. Με μια σίγουρη κίνηση πήρε στα χέρια της το χιλιοτσαλακωμένο χαρτί που σε κάθε ταξίδι έκρυβε στον πάτο της βαλίτσας της..

Ο Α. ακόμη δε μπορούσε να πιστέψει τι είχε συμβεί εκείνο το απόγευμα. Είχε συναντήσει τον έρωτά του, τη μούσα του, τόσο ξαφνικά, τόσο αναπάντεχα, τόσο μαγικά. Όλη νύχτα σκεφτόταν εκείνη την αγκαλιά στο φως του δειλινού.. Και να το είχε σχεδιάσει δε θα μπορούσε να είναι πιο ρομαντικό. Από κάθε άποψη, η τέλεια συνάντηση. Και πού; Εκεί όπου ξεκίνησε η ιστορία του Σαντιάγο. Μα φυσικά! Όταν θες κάτι πολύ όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις διάβασε σ' ένα πολυκαιρισμένο και ελαφρώς κιτρινισμένο χαρτί που είχε πάντα μαζί του, ως φυλακτό. Το είχε γράψει ο ίδιος όταν ξεκίνησε τα ταξίδια του, όταν αποφάσισε ν' ακολουθήσει το όνειρό του. Αυτό το χειρόγραφο θα του θύμιζε συνέχεια για ποιο λόγο δεν έπρεπε να τα παρατήσει -κυρίως όταν αναγκάστηκε ν' αφήσει πίσω του ό,τι πιο σημαντικό υπήρχε στη ζωή του. “Άτιμε Κοέλιο” σκέφτηκε “Το ήξερες. Εσύ πάντα το ήξερες..”. Όταν άφησε πίσω του την Κ. για πρώτη φορά ήταν το μοναδικό πράγμα που ήθελε περισσότερο από τα ταξίδια, δε μπορούσε όμως να πετάξει αυτά για τα οποία πάλεψε. Πονούσε όλο του το είναι, μίσησε τον εαυτό του γι' αυτή του την επιλογή, ήξερε όμως ότι έτσι έπρεπε να είναι. Και τελικά έτσι ήταν. Η Κ. ήταν η “Φατιμά” του.

Ο Α. έβγαλε από τη βαλίτσα του ένα παραγεμισμένο γαλάζιο φάκελο. Μέσα σε αυτόν φύλαγε ό,τι ήταν γι' αυτόν πολύτιμο και δεν ήθελε ν' αποχωριστεί στα ταξίδια του. Εκεί μέσα έκρυβε τις σημαντικότερες του αναμνήσεις. Τον άνοιξε σιγά-σιγά κι άρχισε αφηρημένα να ψάχνει κάτι. Έβγαλε διαδοχικά φωτογραφίες και γράμματα φίλων, γράμματα απ' τους γονείς του, το πρώτο του δημοσιευμένο άρθρο, ένα χαρτονόμισμα απ' το ταξίδι του στην Κούβα, ένα e-mail που είχε εκτυπώσει(η προαγωγή του), το πρώτο άρθρο που είχε γράψει για τον έρωτά τους, βρήκε ακόμη βαθιά καταχωνιασμένες φωτογραφίες από εκείνο το καλοκαίρι με την Κ., ένα σημείωμα που του είχε γράψει σε χαρτοπετσέτα.. Ούτε αυτός ήξερε τι έψαχνε, αλλά θα το καταλάβαινε όταν το έβρισκε. Μέχρι που έπεσε στα χέρια του το γράμμα που του έστειλε. Κατάλαβε ευθύς ότι αυτό έψαχνε εξ αρχής. Εκείνο το γράμμα του το έστειλε ένα χρόνο μετά το χωρισμό τους -τότε μόνο βρήκε το θάρρος να του γράψει. Αυτός είχε πλέον παρατήσει τις ελπίδες του ότι η Κ. θ' ακολουθήσει το μονοπάτι της. Ήταν πια σίγουρος ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή θα είχε επιστρέψει σε όλα αυτά που δεν ήθελε. Θα την κυρίευαν ξανά τα δέκα ΟΧΙ της, θα υποτασσόταν ξανά στις προσδοκίες των γονιών της. Θα άφηνε εκείνη τη φλόγα που είχε μέσα της να σβήσει κι αργά και βασανιστικά θα μαράζωνε στη δική της φυλακή. Και σ' αυτή τη σκέψη μαράζωνε κι αυτός, δεν ήθελε να πιστέψει ότι το άλλο του μισό κατευθυνόταν ξανά στο ίδιο αδιέξοδο.

...Είχε γυρίσει από ταξίδι όταν βρήκε ένα φάκελο στο γραμματοκιβώτιό του. Επάνω η διεύθυνση εκείνης, με τα καλλιγραφικά γράμματα που τόσο αγαπούσε. Τα δικά της γράμματα. Ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει και πεταλούδες στο στομάχι του, λες και μονομιάς έγινε μικρό παιδάκι. Άρχισε να ελπίζει ότι τώρα που του έγραψε μπορεί να αποφάσιζε επιτέλους να κάνει το μεγάλο βήμα και να κάνει αυτό που πρόσταζε η καρδιά της -δεν ήξερε ότι το είχε κάνει προ πολλού. Από την άλλη σκέφτηκε ότι μπορούσε επιτέλους να της γράψει. Φοβόταν πως ήταν κακή ιδέα να περιμένει πρώτα δικό της γράμμα. Πήρε μια ανάσα και άνοιξε το σφραγισμένο φάκελο. Μέσα είχε τρία χαρτιάˑ δύο από περιοδικά κι ένα χειρόγραφο. Έβγαλε πρώτο το χειρόγραφο, τρέμοντας λιγάκι, σαν ανυπόμονος έφηβος. Αγαπημένε μου, η μοναξιά είναι μια πολύ ψυχρή χώρα... ξεκινούσε το γράμμα Συγγνώμη που δε σου έγραψα νωρίτερα, αλλά ομολογώ ότι δεν ήμουν έτοιμη διάβαζε βιαστικά μου λείπεις” “για μένα ό,τι ζήσαμε ήταν αληθινό η καρδιά του χτυπούσε δυνατά Θα χαρείς πολύ να μάθεις ότι εδώ και αρκετούς μήνες ακολουθώ το όνειρό μου άφησα πίσω μου ό,τι με κρατούσε δέσμια Σκέφτηκε θριαμβευτικά τα δέκα ΟΧΙ της πεταμένα στη γωνίαδε θα έβρισκα το θάρρος αν δε σε γνώριζα” “Σ' αγαπώ” “πάντα θα σ' αγαπώ Κι αυτός τη λάτρευε Υ.Γ. Ευχαριστώ για το γράμμα μικρέ μου πρίγκηπα Είχε καταλάβει ότι ήταν ο “μικρός πρίγκηπας”! Είχε λάβει το γράμμα που της έστειλε μέσω του άρθρου του! Ήταν ευτυχισμένος. Όχι μόνο της έστειλε το “μήνυμα του”, αλλά η Κ. τον ήξερε τόσο καλά.. Τον αγαπούσε. Ακόμη. Και μόνο αυτό του έφτανε για να συνεχίσει.

Μέσα σ' εκείνο το φάκελο υπήρχαν άλλες δύο σελίδες.. Από περιοδικά. Κοίταξε την πρώτη κι ήταν το άρθρο του, αυτό που έγραψε αμέσως μετά το χωρισμό τους. Κοίταξε την άλλη σελίδα. Ήταν κι αυτή απ' το περιοδικό του, δεν του θύμιζε όμως τίποτα. “Μια φορά κι ένα καλοκαίρι” διάβασε τον τίτλο. Δεν ήταν δικό του, πρώτη φορά το έβλεπε. Ξεκίνησε να διαβάζει. Ήταν η ιστορία της. Το κορίτσι και τα δέκα ΟΧΙ που αψήφησε. Δεν πίστευε τα μάτια του. Ήταν δικό της. Τα είχε καταφέρει! Κοίταξε την ημερομηνία. Είχαν περάσει 6 μήνες από τότε. Αναρωτήθηκε πώς δεν το διάβασε και πώς δεν έμαθε από κανέναν για την καινούρια του “συνάδελφο”. Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή.. Και πώς ένα απλό γράμμα σου αλλάζει τη ζωή.. Μέσα σε λίγα λεπτά ένιωσε άλλος άνθρωπος. Γεμάτος αισιοδοξία για το μέλλον τους, ευτυχισμένος που η Κ. τον αγαπούσε ακόμη, ανυπόμονος να την ξαναδεί. Διάβασε την υπογραφή “Moonriver” κι ευθύς θυμήθηκε το στενό μονοπάτι του φεγγαρόφωτος επάνω στη θάλασσα, εκείνο το βράδυ που την πρωτοφίλησε..

Ο Α. ξύπνησε απ' το ονειροπόλημα κι έκλεισε ξανά το γαλάζιο φάκελο. Καταχώνιασε ξανά τα άπειρα κομμάτια της ζωής του και σκέφτηκε το γράμμα της. Πριν ένα χρόνο περίμενε αυτή τη στιγμή, τη στιγμή που θα την ξανάβλεπε. Τότε γιατί δείλιασε; Ακόμη το ήθελε. Ολόψυχα. Ήταν σίγουρος, το ήθελε και η Κ. Το ένιωθε, το ήξερε. Εκείνη η συνάντηση, τόσο σύντομη μα ταυτόχρονα τόσο αργή, ήταν η πιο ερωτική στιγμή που είχαν ζήσει ποτέ -κι είχαν ζήσει πολλά. Σαν να ορθώθηκαν ξαφνικά μπροστά του τα ξεχασμένα ΟΧΙ της Κ. κι έχασε τον εαυτό του εκείνο το απόγευμα. Απότομα επανήλθε στην πραγματικότητα και αποφάσισε να μην αφήσει τη συνάντησή τους -το παιχνίδι της μοίρας- ανεκμετάλλευτη. Έπρεπε να τη βρει. Πάση θυσία. Ενώ σκεφτόταν αυτά, χτύπησε το τηλέφωνό του. Δε χρειάστηκε να την ακούσει για να καταλάβει ότι ήταν αυτή. Ήταν σίγουρος ότι σκεφτόταν τα ίδια πράγματα. Μίλησαν άνετα, αλλά με μια φωνή τόσο βραχνή, σαν να 'βγαινε από τα βάθη της ψυχή τους. Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε. Συμφώνησαν να συναντηθούν ξανά στην πλατεία, κάτω από το αιωνόβιο δέντρο. Εκεί όπου τους οδήγησε η μοίρα. Μετά από πολύ καιρό θα έβλεπαν ξανά μαζί την ανατολή του ήλιου -όπως εκείνο το καλοκαίρι.

Δε χρειάστηκε καν να φτάσουν στην πλατεία. Στην είσοδο του πανδοχείου τους περίμενε μια ακόμη έκπληξη, καθώς συνειδητοποίησαν ότι όλον αυτόν τον καιρό έμεναν στο ίδιο μέρος, σε απόσταση αναπνοής ο ένας απ' τον άλλο. Τόσο κοντά και τόσο μακριά. Αποφάσισαν τελικά να πάνε στην ακρογιαλιά, να θυμηθούν αυτό που τους έλειπε πιο πολύ απ' όλαˑ το καλοκαίρι που τους έφερε κοντά. Όλα εκείνη τη βραδιά το θύμιζαν. Η ξαστεριά, ο απαλός παφλασμός των κυμάτων, το χρυσό μονοπάτι του φεγγαρόφωτος, η μυρωδιά της θάλασσας και του σώματος που ποθείς ν' αγγίξεις. Δε χρειάστηκε πολύ για να υποκύψουν. Τα κορμιά τους ενώθηκαν με τη μαγεία της πρώτης φοράς. Ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα. Το φιλί τους είχε εκείνη τη γεύση αλατιού, όπως τότε. Αλατιού και νιότης. Η Κ. ένιωσε τα πνευμόνια της να γεμίζουν αέρα, όπως εκείνο το καλοκαίρι, κι ένιωσε ξανά ζωντανή. Παραδόθηκε επί τόπου, στην παραλία, κι ούτε την ένοιαζε αν τους έπιανε κανείς. Αυτό που της συνέβαινε εκείνη τη στιγμή ήταν αγάπη, μαγεία, η ίδια η μοίρα που εκπληρωνόταν.. Κι αν κάποιος ήθελε να το ονομάσει αλλιώς, απλά δεν την ένοιαζε. Ένιωσε ξανά απελευθερωμένη. Πόσο της είχε λείψει αυτό το συναίσθημα.. Μόνο μαζί του το είχε ζήσει. Στο πίσω μέρος του μυαλού της τα δέκα ΟΧΙ της -από καιρό ξεχασμένα, από καιρό είχαν πάψει να αποτελούν τροχοπέδη στη ζωή της- τον κοιτούσαν εξοργισμένα. Αν δεν είχαν φιληθεί εκείνο το πρώτο βράδυ, αν δεν είχαν γνωριστεί, αν δεν είχαν αγαπηθεί, η Κ. δε θα ανακάλυπτε ποτέ την ταυτότητά της. Εκείνη τα κοίταξε -για μια στιγμή μονάχα- ειρωνικά. Μόνο για να της θυμίσουν καλύτερα, πιο καθαρά, την αρχή. Του δόθηκε ολοκληρωτικά κι ήξερε ότι δε θα το μετάνιωνε ποτέ, παρότι σύντομα θα χωρίζονταν πάλι. Αφέθηκαν κι οι δυο, παγιδευμένοι στο δίχτυ της αγάπης. Το πρώτο φως της αυγής τους βρήκε αγκαλιασμένους στην παραλία. Μόνο στην αγκαλιά του ένιωθε ασφάλεια. Ανέπνεε βαθιά ρουφώντας την κάθε στιγμή, θέλοντας να κρατήσει μέσα της όλη αυτή τη βραδιά.

Μόλις ξημέρωσε για τα καλά αποφάσισαν να ετοιμαστούν κατάλληλα και να ερευνήσουν μαζί για το παρεκκλήσι με τη συκομουριά -όσο μακριά κι αν ήταν. Το ονειρεύονταν πολύ καιρό. Πάντα ήθελαν να ταξιδέψουν μαζί, να ανακαλύψουν τον κόσμο μαζί, να γράψουν τα όσα ονειρεύονται. Ήταν σαν να τους είχε δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία για λίγες μέρες. Ο ένας έδινε δύναμη στον άλλο να συνεχίσουν όταν άρχιζαν να κουράζονται ή να βαριούνται και τελικά, αρκετά χιλιόμετρα μακριά απ' το χωριό, βρήκαν ένα παρεκκλήσι με μια συκομουριά. Μέχρι να φτάσουν εκεί είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Αποφάσισαν να περάσουν εκεί τη νύχτα. Εκεί τα παιδιά μέσα τους επαναστάτησαν, καταλήγοντας να παίζουν τους πειρατές και τους κυνηγούς θησαυρών. Λες και μοιράζονταν τις ίδιες σκέψεις. Ξάπλωσαν, κατόπιν, στο έδαφος κοιτώντας τον ξάστερο ουρανό, μιλώντας για τα όνειρά τους. Τα αστέρια, θαρρείς, έλαμπαν περισσότερο εκείνη τη βραδιά, σαν να ήξεραν ότι τα κοιτούν με πάθος. Τους έλουζαν με όλο τους το φως, καλώντας τους ν' ανακαλύψουν τ' ανείπωτα μυστικά τους. Συζήτησαν για το Σαντιάγο, τα άρθρα τους, την απόφαση να βρεθούν την ίδια ώρα στο ίδιο μέρος, τα άστρα που τους κοιτούσαν με την ίδια θέρμη, τι άλλα παιχνίδια μπορεί να τους σκαρώνει η μοίρα.. Έκαναν ξανά έρωτα εκεί, κάτω απ' τη φεγγαρόλουστη νύχτα, κάτω από ένα μαγευτικό ουρανό -κατάμαυρο και γυαλιστερό, σαν από μετάξι. Κοιμήθηκαν αγκαλιά και τα όνειρά τους -μπερδεμένα- έγιναν ένα.

Πέρασαν άλλο ένα δεκαήμερο στο πανέμορφο χωριό με το γραφικό πανδοχείο. Δέκα υπέροχες μέρες και δέκα σαγηνευτικές νύχτες. Τα πρωινά σκάρωναν μικρές περιπέτειες και τα βράδια ενώνονταν με πάθος. Το πρωί παιδιά και το βράδυ εραστές. Εξερεύνησαν και την τελευταία πιθαμή αυτού του μέρους, ήξεραν κάθε πέτρα, κάθε ιστορία που κρυβόταν από πίσω. Διάβαζαν ό,τι είχαν γράψει κι ήταν λες και ο ένας υποσυνείδητα συμπλήρωνε τον άλλο. Δοκίμασαν να τα διαβάσουν όλα μαζί και είδαν ότι είχαν στα χέρια τους την τέλεια ιστορίαˑ το κλειδί ήταν απλά να συναντήσει ο ένας στον άλλο. Έτσι κι έγινε, όμως, και βρέθηκαν σ' εκείνο το μαγικό μέρος που δεν τους πρόδωσε στιγμή. Τους άφησε να ζήσουν τον έρωτά τους ξανά απ' την αρχή, χωρίς να χάσουν το μονοπάτι τους. Και τους αποχαιρέτισε με την υπόσχεση ότι αν μείνουν πιστοί στους Μύθους τους, η αγάπη τους δε θα χαθεί. Μέχρι να έρθει η ώρα να ενωθούνˑ για πάντα.

Αποφάσισαν τελικά να ενώσουν τα άρθρα τους και να γράψουν μαζί γι' αυτό το σύντομο παιχνίδι μικρομέγαλων στην Ανδαλουσία, πριν αφήσουν τους πειρατές να νικήσουν και χωριστούν ξανά. Ήταν σαν να γράφουν για τη ζωή τους, όχι για το ταξίδι τους. Ο επίλογος τους ήθελαν να είναι ουδέτερος, δε μπορούσαν ακόμη να βάλλουν κατακλείδα στη ζωή τους -και δε θα έβαζαν μέχρι τη στιγμή που θα μπορούσαν επιτέλους να είναι μαζί. Διάλεξαν τους στίχους του Πεσσόα για το παιδί που κρύβει μέσα του, σαν μια άνω τελεία στην ιστορία τους. Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα, είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό… Δεν είχε καθόλου αλλάξει. Αυτό είναι το πλεονέκτημα του να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις. Είμαστε πάντα παιδιά, το παρελθόν, που ήταν το παιδί αυτό. Έβαλα τη μάσκα, την ξανάβγαλα πάλι. Είναι καλύτερα έτσι. Έτσι, χωρίς τη μάσκα· Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου, όπως στης γραμμής το τέλος. Φερνάντο Πεσσόα – Άνευ τίτλου (11/08/1934) “Μικρός πρίγκηπας” &Moonriver
συνυπέγραψαν το άρθρο.

Του έδωσαν τον τίτλο “Μεκτούμπ”.
Αν δεν ήταν ο Σαντιάγο, άλλωστε, δε θα υπήρχε αυτό το άρθρο.

Είχε περάσει καιρός από εκείνο το πρώτο καλοκαίρι, κι όμως τα πράγματα κατέληξαν στο ίδιο σημείο. Ήρθε ξανά η ώρα ν' αποχαιρετιστούν. Παρότι όλα έμοιαζαν ίδια, ένιωθαν κι οι δύο διαφορετικά. Απ' τη μια πονούσαν, απ' την άλλη ατένιζαν αισιόδοξα το μέλλον. Αυτός ο έρωτας -ακόμη πιο δυνατός πια- δεν είχε τελειώσει. Είχε απλά αναβληθεί.
Χαιρετήθηκαν ξανά μ' ένα φιλί, όπως τότε.

Αυτή τη φορά ο χωρισμός τους δεν ήταν τέλος, αλλά μια νέα αρχή.
Μια υπόσχεση ότι θα συναντηθούν ξανά..


Μεκτούμπ...

2 σχόλια:

  1. Γλυκιά μου... Πόσο όμορφη συνέχεια για την ιστορία που λάτρεψα! Αγωνιούσα να τη διαβάσω και όμως δεν την είχα δει όταν την ανέβασες! Ίσως ήταν γραφτό να τη διαβάσω τώρα, ήρεμη πια.
    Οι ήρωες σου τυχεροί πολύ! Και το κορίτσι δυνατό... Αυτά τα 10 ΌΧΙ... Εύχομαι κάποια στιγμή να τα αφήσω πίσω.
    Το ότι στην ανάρτηση εμπλεκόταν ένα από τα λατρεμένα μου βιβλία, ο Αλχημιστής, με έκανε να την αγαπήσω περισσότερο.
    Βλέπω τον εαυτό μου σε όλα αυτά, σου το ξαναείπα!
    Φιλιά πολλά! Keep dreaming! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γλυκιά μου Χρυσαλίδα! Με την εξεταστική και την έλλειψη ίντερνετ έκανα πολύ καιρό να μπω.. Χαίρομαι που σου άρεσε, και φυσικά χαίρομαι για τα κοινά μας.. :)))
      Όντως, ήθελα να έχει μια ιδέα από αλχημιστή. Είπα και να τους δώσω μια συνάντηση. Κρίμα ήταν. Χαχαχα!
      Κάποια στιγμή θα γράψω και 3ο μέρος.. Όχι ακόμη, δεν έχω έμπνευση. Αλλά το νιώθω ότι αυτή η ιστορία δεν τελειώνει εδώ ;)
      Πολλά φιλιά! Χάρηκα που είδα σχόλιο σου :*

      Διαγραφή